Sunday, March 26, 2017

ανθρώπινη επαφή, τρίτου τύπου

Mια ζαλάδα κι ένα φούντωμα στο κεφάλι το'χε. Της είπε ο γιατρός ότι δεν θα έχει παρενέργειες το φάρμακο, οπότε είναι η τρέλα μου, σκέφτηκε. Αλλά επειδή πλέον είναι πιο τρελή κι από την τρέλα, της λέει να πάει να τρομοκρατήσει κάποιον πρωτάρη και να την παρατήσει ήσυχη. Της αρκεί που βγήκε από τα βάθη του θηρίου σαν τον Ιωνά και ξεράστηκε στο άπλετο κυριακάτικο φως.
 Έφτασε στην κεντρική είσοδο και κοντοστάθηκε, για να έρθει στα ίσια της. Αν και αργία, γινόταν χαμός από κόσμο όλων των χρωμάτων στο ίδρυμα, μια Σαμαρκάνδη απελπισμένων από όλα τα μήκη και πλάτη. Η αρρώστια κάνει πάντα εφημερία. Δε ξέρει από Κυριακές και γιορτές.
Στο πεζοδρόμιο μια μεσόκοπη τσιγγάνα με μακριές κοτσίδες, κλαρωτά μεσοφόρια και παντόφλες της κάνει νόημα να σταματήσει. Κοιτάζονται προς στιγμήν, συμφωνώντας σιωπηρά για τις κοινωνικές τους διαφορές και η τσιγγάνα της λέει στον ενικό "φέρε μου αυτό το χαρτόνι να κάτσω λίγο". Εκείνη, φορώντας όλους τους αστικούς της αταβισμούς σκέφτηκε καταυλισμούς, ανύπαρκτους πληθυντικούς και από αυτοματισμό έπιασε την τσάντα της να δει αν είναι ακόμα εκεί. Στη συνέχεια, με το πόδι σέρνει το χαρτόνι προς τη μεριά της. Η Ρομά το παίρνει, το απλώνει στις πλάκες και κάθεται ανακούρκουδα, σα ζητιάνα. Με τα δύο χέρια προσπαθεί να βάλει την παντόφλα στο αριστερό της ποδι που δεν κουνιέται απο μόνο του.
"Ποναω πολύ. Δεν ξέρουν τι έχω"
" Εγώ δεν ξέρω πια τι ΔΕΝ έχω", λέει η αστή σηκώνοντας το μανίκι της αποκαλύπτοντας γάζες"
"Τι είναι; Σοβαρό;"
" Όσο με διωχνουν από 'δω μέσα και δε με κρατάνε, ελπίζω πως όχι. Εσύ πονάς ε;"
" Δε βλέπεις, ούτε την παντόφλα δεν μπορώ να φορέσω. Μου κάνανε για τα αγγεία, δε βρήκανε τίποτα. Αλλά έχω ένα σφίξιμο και δεν μπορώ να σηκώσω το πόδι μου. Με κουβαλάνε συνέχεια. Ζωή..."
" Περιμένεις κάποιον να σε πάρει;"
"Είναι ο άντρας. Ο γιος δουλεύει στο Σχιστό"
"Θα στο φτιάξουν το πόδι, είναι πολλοί καλοί οι γιατροί εδώ"
"Μακάρι γιατί γεννάει η κόρη το τρίτο της"
"Άντε, με το καλό!"
"Και σε σένα, περαστικά!"
Ο άνδρας της πλησιάζει, τις κοιτάει καχύποπτα, και χωρίς να πει κουβέντα, βοηθά τη γυναίκα να σηκωθεί και φεύγουν αγκαζέ και κούτσα-κούτσα.
"Ευχαριστω! να'σαι καλά", της φωνάζει καθώς απομακρύνεται, η αστή.
Κάτι περαστικοί την κοιτάνε καλά-καλά, με απορία.
Η γυναίκα σταματά ένα ταξί και μπαίνει μέσα.
Ποια πάει Ζεφύρι και ποια Κηφισιά λίγη σημασία έχει.




Monday, March 20, 2017

παιδικό

Στην πρώτη γραμμή με έβαλε η γαμημένη η τύχη. Να χέσω τους ιθύνοντες νόες και τους στρατηγούς μου μέσα. Λες και ζήτησα να γίνω το θύμα 'επί τας', όταν το μόνο που ονειρεύομαι είναι ένα πιοτί, μια γκόμενα με ροζ, στρογγυλές ρόγες και φωτιά να καίει, να ζεσταίνει τα σωθικά μου. Ας πρόσεχα να μάθω να πω και κανένα όχι ο γιεσμανάκιας, που το'χα για κακό, επειδή φοβόμουν μη με πουν κότα και μου πεσει το αντριλίκι. Έχει κι αυτή την καταραμένη παγωνιά που μου κάνει τα δάχτυλα τσιγγέλια και δεν μπορώ να πιάσω καλά το όπλο και το αμπέχονο γίνεται σάβανο από τον πάγο. Πρώτη γραμμή σου λέει. Ωραία πρωτιά αυτή. Ο πρώτος των τελευταίων και λησμονημένων, πριν καν τους μάθεις. Όταν μας στήνανε στη γραμμή στην εκπαίδευση, μας έλεγαν ότι έχουμε ελευθερία κινήσεων. "Δυο δρασκελιές, έχεις να κάνεις μπροστά, πριν σε φάνε λάχανο, αλλά θα πας ως μπροστάρης και θα χαράξουν το όνομά σου σε γρανίτη, για να γίνεις αθάνατος άγνωστος". Έτσι είναι αυτά. Ας πρόσεχα να μην είχα γίνει πιόνι σε παιχνίδι άλλων, για ν' απολαμβάνουν εξουσία και δόξα και τσουβάλια νομίσματα στου κασίδη το χοντρό κεφάλι. Ας πρόσεχα, για να μείνω ζωντανός άγνωστος. Αλλά ήμουν αμούστακο και βλαμμένο και ανίκητο -νόμιζα- και ηθελα κι εγώ για πάρτη μου να κάνω τον νταή τον άντρα και να σκοτώσω εχθρούς, να πιω το αίμα τους. Μας τους είχαν πασάρει ως τέρατα στη σχολή. Λες και δεν είχαν αυτοί μάνες, αδερφές και κόρες και δεν είχαν σπίτια κι αγάπες και έρωτες και λουλούδια την άνοιξη να κλείνουν τα μάτια να εισπνέουν αρώματα και μαλακά στρωσίδια να κυλιούνται με τα κορίτσια. Λες και ήταν από άλλη γενιά και άλλο πλανήτη ο εχθρός, με κοφτερά δόντια και ανάσες που σκόρπαγαν βρωμερά, δηλητηριώδη αέρια. Πφφφ...Όλοι το ίδιο βρωμάμε πεθαμένοι. Αυτά δε μας τα' παν.
Έκανα τις περιβόητες δυο δρασκελιές μου και κοκκάλωσα στις παγωμένες λάσπες. Από μακριά άκουσα τον καλπασμό και είδα να έρχεται η ώρα μου, με τον περίφημο Χάρο πάνω στ' άλογο. Ο δήμιος ιππέας φορούσε πλουμιστή στολή με χρυσά γαλόνια αξιωματικού κι ένα μακρύκανο δρεπάνι κι έτρεχε γραμμή πάνω μου. Τουλάχιστον θα πάω από ανώτερο, σκέφτηκα κι αυτή η σκέψη μου διασπάστηκε σε εκατό άλλες σκέψεις, όπως ακριβώς λένε τα βιβλία. Το βραστό της μάνας μου, τα μακριά, λευκά δάχτυλα της κοπέλας που δεν είχα, την ιτιά που στη σκιά της κρυβόμουν μικρός, τοο πρώτο μου τσιγάρο, την πρώτη φορά που ξερνοβόλισα σα γατί στο καπηλιό και γέλαγαν οι μεγαλύτεροι, και μετά βρέθηκα ανάσκελα. Ακίνητος κοίταζα τον ουρανό και τα σύννεφα να παίρνουν σχήμα παγωτού, κιθάρας κι ελέφαντα και ξαφνικά είδα σκοτάδι και μια ζέστη με τύλιξε για κουβέρα, σα να βρέθηκα μαγικά σε μαλακό φέρετρο. Ούτε φως, ούτε άγγελοι, μόνο κατάμαυρο μαύρο.

  • Ξύπνησα μετά από λίγο, στην επόμενη ζωή μάλλον. Eκεί κατάλαβα ότι υπάρχει όντως μετεμψύχωση και προς στιγμή χάρηκα με την προοπτική μιας ακόμα ευκαιρίας, με λιγότερα λάθη και καλύτερες επιλογές, τώρα που έμαθα  από την προηγούμενη. Bρέθηκα κάπου με πολλά χρώματα. Σε ένα δωμάτιο που το κοιτάζω από ψηλά. Κάνω να δω δίπλα μου και βλέπω κάτι τέρατα σε απόσταση αναπνοής. Σαν τους εχθρούς που μας περιέγραφαν οι στρατιωτικοί, αλλά πολύ χειρότερα. Ένα ήταν κίτρινο με κοφτερά δόντια και στεκόταν στα πίσω πόδια του, απειλώντας με με γαμψά νύχια, άλλο ήταν ροζ με δύο κεφάλια και μασέλες σαν αλυσοπρίονια. Εγώ το ροζ το είχα πάντα για καλό, κοριτσίστικο, κι ερωτικό. Ένα τρίτο εξάμβλωμα ήταν σαν υπερτροφικός αρουραίος με τεράστια μαύρα ολοστρόγγυλα αυτιά κι' ένα σαδιστικό χαμόγελο να κατουριέσαι από το φόβο σου, που φορούσε κόκκινο παπιγιόν και ασορτί σορτσάκι. Ήμουν εντελώς περικυκλωμένος από τους υπερμεγέθεις δαίμονες, και θυμήθηκα τον Οδυσσέα ανάμεσα στην τρομερή Σκύλλα και την φοβερή Χάρυβδη. Άλλη μάχη αυτή, άνιση, σκέφτηκα, αλλά δεν περασαν εκατοντάδες σκέψεις από το κεφάλι μου σαν πρώτα, γιατί αυτή η ζωή ήταν πολύ καινούργια και δεν είχε μνημες. Το μόνο που μου 'ρθε στο μυαλό ήταν ότι από το κακό στο χειρότερο με πήγε η μοίρα μου κι ότι καλά ήμουνα πιόνι ανάμεσα σε πιόνια, στη σκακιέρα.



Tuesday, March 07, 2017

" ... Αηδίες - ο χρόνος έγινε για να κυλάει οι έρωτες για να τελειώνουν η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο με το μεγάλο διασκελισμό ενός μαθηματικού υπολογισμού, μονάχα όποιος τα διψάει όλα μπορεί να με προφτάσει, ότι ζήσαμε χάνεται, γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου και μόνο καμμιά φορά, τις νύχτες, θλιβερό γερασμένο μυρηκαστικό τ' αναμασάει η ξεδοντιασμένη μνήμη, όσα δε ζήσαμε αυτά μας ανήκουν ... " Τάσος Λειβαδίτης – 25η ραψωδία της Οδύσσειας

diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna