Saturday, April 30, 2016

7ος



Άφησα σπίτι και κατέλαβα φωλιά. Από πάνω μου πετάνε συνέχεια πουλιά,
Ενίοτε κι αεροπλάνα που γράφουν λευκές, φθίνουσες ευθείες.
Μεγάλη κίνηση από δεκαοχτούρες, καρακάξες και χελιδώνια.
Περνάνε ανέμελα κι αυθάδικα ξυστά πάνω από το κεφάλι μου
Είναι δική τους η γειτονιά εδώ ψηλά, ξεκάθαρα μου υπενθυμίζουν
Ότι είμαι λάθρος καταληψίας στα λημέρια τους.
Βλέπω τα πόδια τους, και αντικρύζω τα μάτια τους που με κοιτάνε,
Καθώς κολυμπούν στον ουρανό, δηλώνοντας την κυριαρχία τους.
Μιλάνε συνέχεια μεταξύ τους σε μια γλώσσα
Η οποία ηχεί στ' αυτιά μου σαν αέναη συμφωνία,
Που διαρκεί από το πρωί ως το βράδυ και πάλι απ' την αρχή.
Αυτή η μουσική, για εμένα που δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει,
Μπορεί να είναι  ερωτόλογα, βρισιές ή βαρετές στιχομυθίες για τον καιρό.
Απολαμβάνω και το θρόισμα των φτερών τους, καθώς αναπτύσσουν ταχύτητες.
Δε θέλω να ξέρω τι λένε, ή τις προθέσεις τους. Μου αρκεί να μιιλάνε μεταξύ τους.
Nα είμαι ωτακουστής της ακατανόητης μουσικής τους.
Να συντονίζομαι με την αρμονία της φύσης να μην ακούω τις έκτακτες ειδήσεις,
Και των ανθρώπων τις κατανοητές απειλές να σβήνω από το νου.
Κάπου κάπου μια σουσουράδα ξαποσταίνει σε γειτονικό κλαδί,
Αναρωτούμενη για τα κομμένα μου φτερά, πρίν συνεχίσει τη διαδρομή της.
Μετά τα πουλιά, το γιώμα, βγαίνουν οι νυχτερίδες προς άγραν νερού.
Πιο γρήγορες στις κινήσεις τους και σκοτεινές στη σιωπή τους,
Βασίλισσες της νύχτας, η γλώσσα τους είναι υπεράνω των αισθήσεών μου.
Στο μαύρο πια, ηχούν οι γρύλοι, τα νυχτοπούλια κι όλα τα αθέατα πλάσματα.
Και ξανά ξημέρωμα, να έμφανίζονται τα σύννεφα, που χορεύουν σιωπηλά,
Στην overture του ίδιου έργου, που επαναλαμβάνεται με τους ίδιους πρωταγωνιστές,
Κάθε μέρα, εντελώς διαφορετικό από την κάθε άλλη.
Έτσι συμπληρώνεται το opus, διαλεκτικό συμπλήρωμα στα χαμερπή και
Αντίδοτο στην αηδία.


πρώτο, πρώτης Αναστάσεως.

Πρώτη ανάσταση στο πρώτο. Λίγα λουλούδια κι ένα κερί από τον πλανόδιο που δεν έχει σπίρτα. Κάποιος που έχει θα'ναι κοντά, αποκρίνεται σαν ντοπαρισμένος, για να με ξεφορτωθεί. Καλά. θα τα βρούμε εκεί, σκέφτομαι, δίνοντας δύο ευρώ. Ελάχιστοι οι επισκέπτες, γένους θηλυκού όλες. Χήρες. Οι γυναίκες επιμένουν να αναπολούν… Στο σταυροδρόμι προς το μνήμα, δύο ρακένδυτοι υπερήλικες, μόνιμοι θαμώνες, παρακαλάνε για ένα κέρμα. Τους δίνω δύο. Λες και πέρασαν από το καφενείο της γειτονιάς, στο επόμενο στάδιο.  Οι τάφοι φαίνονται εγκαταλελειμένοι από την προηγούμενη φορά που είχα έρθει, πριν μισό χρόνο περίπου. Φρέσκα λουλούδια ελάχιστα, αποξηραμένα και άψυχα κοτσάνια, πολλά και διαμαρτυρόμενα. Ραγίσματα στα μάρμαρα φωνάζουν απουσίες συγγενών και αμείλικτη παρουσία καιρικών συνθηκών. Φτάνω. Ο οικογενειακός τάφος, εναρμονισμένος πλήρως με το σκηνικό της εγκατάλειψης. Πρώτη φορά που τον βλέπω έτσι μόνο, αφρόντιστο, χωρίς ίχνος ζωής. Βάζω τα λουλούδια στα παλιοκαιρισμένα βάζα. Ψάχνω για φωτιά, να ανάψω το κερί. Ο Αλβάνος κηπουρός με σταμπάρει από μακριά και καταφτάνει να μου δανείσει τον αναπτήρα του. Πέντε ευρώ για τη μέρα που είναι σήμερα. Αμέσως, φεύγει διαμαρτυρόμενος, γιατί περίμενε, φαίνεται, περισσότερα από συγγενή προνομιούχου οικοπεδούχου. Κι άλλοι ζητιάνοι πλησιάζουν σα μέλισσες το μνήμα μας. Έχω μείνει από ψιλά. Δεν μπορώ να τους εξυπηρετήσω όλους. Κάτι σαν ντροπή με θυμό μαζί, με λούζει. Δεν ήρθα εδώ γι αυτό το συναίσθημα όμως. Δύο λεπτά με κλειστά τα μάτια είναι αρκετά για να επικοινωνήσω με τα ονόματα στην πλάκα. Τους έχω συνέχεια μαζί, ούτως ή άλλως ολιμερίς και όπου να μαι. Το αφρόντιστο μνήμα δε με κρατά περισσότερο, παρά τα φρέσκα του λουλούδια. Θέλω να με κάψουν, σκέφτομαι. Να μην έχει το παιδί μου ενοχές που δεν έρχεται να με δει. Στο δρόμο για την έξοδο, οι ζητιάνοι πολλάπλασιάζονται σα φράκταλς. Κάποια ξέφτια της ζωής, αραγμένα στα παγκάκια με μάτια ανοιχτά, ατενίζουν κενά το πέραν.
Το πρώτο νεκροταφείο έχει σαλπάρει για τη λήθη. Οι παλιότερες γενιές το κρατούσαν ζωντανό, ασπρίζοντας μάρμαρα, φυτεύοντας λουλούδια και αναβοντας καντήλια, μέχρι να θαυτούν κι αυτές εκεί. Τώρα, οι επόμενες γενιές είναι αλλού. Δεν πιστεύουν, δε νοιάζονται, δεν έχουν χρόνο, δεν έχουν ελπίδα, δε θυμούνται. Το πρώτο είναι καθ' οδόν για να γίνει μουσείο. Γεμάτο μνημεία και σαρκοφάγους από μόνιμους, αγνώστου πατρός προγόνους, που δεν τους κλαίει πλέον κανείς σε βάθος χρόνου. Μόνο τα μάρμαρα θα είναι εκεί να τα θαυμάζουν περαστικοί από άλλους γονείς και άλλες γενιές.

Tuesday, April 19, 2016

θέλω τη μαμά μου


photo by Vanna Chatzidimou

Δεν υπάρχει πιο εξουθενωτική, εξαθλιωτική, απάνθρωπη, εξαντλητική εμπειρία από την -άκρως φυσιολογική, κατά τα άλλα- απώλεια της μάνας. Το παιδί επιβιώνει της μάνας, κατά κανόνα. Είναι μέσα στην πρόβλεψιμη πορεία της ζωής. Η απώλεια της μάνας όμως -ακριβώς επειδή εντάσσεται στα φυσιολογικά γεγονότα- είναι η απόδειξη ότι η φύση είναι ένας απίστευτα σαδιστικός μηχανισμός, στην ανθρώπινη περίπτωση. Δημιουργεί την απόλυτη σχέση συναισθηματικής εξάρτησης, για να μη μπορέσεις ποτέ να ξεχάσεις και να ξεπεράσεις τον χαμό αυτό. Κάθε φορά που βρίσκεσαι σε απόγνωση, η πρώτη λέξη που σου έρχεται στα χείλη αυτόματα είναι το όνομά της. Και αμέσως ξεχνάς τον οποιοδήποτε καημό που σε οδήγησε στην αρχική σου απόγνωση, απλά γιατί η απόγνωση της απώλειάς της μάνας σου τις ξεπερνά όλες σε μήκος, πλάτος και βάθος. Έτσι, τη στιγμή που ξεστομίζεις εκείνο το 'μανούλα μου', ξαναϋποφέρεις φτου κι απ την αρχή σαν εκείνη την πρώτη μέρα που έμεινες μόνη και εκτεθειμένη, χελώνα που της ξεκόλλησαν το καβούκι της. Και  χύνεις δάκρυα με λυγμούς και κλαψουρίζεις 'θέλω τη μαμά μου' και δε μπορεί κανένας να σε κάνει καλά, παρά μόνο αυτή που πάντα μπορούσε, αλλά δεν μπορεί πια, εκ των πραγμάτων. Και ο χρόνος, για αυτή την απώλεια, δε θα καταφέρει ποτέ να γίνει γιατρός. Είναι οι συγκεκριμένες αυτές, επαναλαμβανόμες στιγμές, που εύχεσαι πάντα να είχες γεννηθεί σκύλος, ή γάτα, ή όποιο τελοσπάντων ζώο το παρατά φυσιο-λογικά η μάνα του, μόλις σταματήσει να το θηλάζει. 

Sunday, April 17, 2016

doctor, doctor

Νο, you, learned doctors, you do not know
If I should lie on my belly or my back, to feel less of the pain.
Experience of self is the only one way,
To lead you to the lowest of lows and from there,
To make you aware of what your body owns,
-The boundaries between aggravation and acquired peace-
The only way to know if you can deal or not, with this.
These are things you do not learn, or experience in college.
Let me unread you the books that deal with one’s pain
Let me un-practice the moves of exercise in vain
Fuck you all, the academically sworn to knowledge.

An injured leg is a painful limb that suffers a blast,
As such, a member suffering and surrendering at last.
An arm is a branch that breaks up under strain
A struggle, a labor into rut, do I have to explain?
Have you felt the pain’s repercussions in class?

Go to war, suffer defeat and experience a bust
Before you can diagnose anything, as fast and make cast.
I will not listen to any verdict that comes from you
As long as you are sitting comfortably in your sofas,

You, the painless, the well paid and the few.

έναν γύρo ακόμα, με απ' 'ολα

Τι κολοσσιαία μαγκιά να μην έχεις facebook, τη σήμερον ημέρα και να πηγαίνεις επίσκεψη σε φίλο –εκτός από το να σουλατσάρεις και να κατασκοπεύεις τον τοίχο του- κρατώντας ένα μπουκέτο νεραγκούλες. Ακούγεται όντως σα φανταστικός υπερήρωας της Marvel αυτός που περιγράφω, αλλά υπάρχει με αριθμό ταυτότητας και αμκα και είναι επιστήθιος φίλος. Εγώ ξέρω έναν τουλάχιστον, που τα λουλούδια του δεν είναι εμότικον και μυρίζουν λουλουδίλα. Υπάρχει ελπίδα για την ανθρωπότητα; Όχι φυσικά, όταν ο ένας επιβεβαιώνει τον αδιάσειστο κανόνα. Απλά, η χαρά είναι αποκλειστική για εκείνον που τον έχει φίλο. Γιατί οι μικροχαρές μας έμειναν μόνο και κοίτα να δεις, που οι χαρές του σήμερα είναι τα αυτονόητα και ανάξια λόγου του χτες. Κάθε φέτος και 70% εκπτώσεις από πέρσι, μέχρι να πούμε το νερό νεράκι και την κάθε ανάσα, ανάσταση. Αλλά μη στεναχωριέσαι, γιατί ακόμα ο δήμαρχος της Αθήνας κρατά την πόλη όμηρο στον κατάλογο με τις δυτικές ευημερούσες κοσμοπόλεις, κι έτσι όπως κάθε Κυριακή κανόνισε κάτι τζάμπα που κάνει μπούγιο και θυμίζει Εσπερία. Δηλαδή, έναν ακόμα γύρο της πόλης. Και αναρωτιέσαι ποιον έβαλε να τρέχει τώρα, το σύλλογο των ζογκλέρ με ποδήλατα σε μία ρόδα, το σύνδεσμο των γυμνών απεξαρτημένων πατινέρ, τη φατρία των δικυκλούχων διπολικών, την ομάδα απογόνων των μαραθωνοδρόμων, τις οικογένειες των επιζησάντων από σέγκγουει; Κι όμως. Απλοί ποδηλάτες κερδίζουν την Κυριακή τούτη, μέσα στα τσιμέντα της υπέροχης πόλης μας. Γιατί δεν έχει κανένα νόημα να κάνεις τη διαδρομή στα πολυτραγουδισμένα ανοιξιάτικα τοπία της Αττικής, όταν μπορείς να απολαύσεις τις ακτές της Πειραιώς, της Εθνικής Οδού, τα ιριδίζοντα μπετά και τα θροϊζοντα σκουπίδια του πολυπολιτισμικού και πολυμορφικού μας κέντρου. Τι θα ήμασταν χωρίς την κοσμοπολίτικη, Κυριακάτική μας, υγιεινή διαδρομή που παραπέμπει κατευθείαν σε Άμστερνταμ; Μόνο βαλκάνιοι παξιμαδοκλέφτες θα’μασταν.  Βαλκάνιοι, εν τη ρήμην του λόγου δηλαδή, γιατί τα Βαλκάνια δε θέλουν να έχουν καμία σχέση μαζί μας ως γνωστόν και διαχώρισαν τη θέση τους με κάτι φράχτες να. Πρέπει να αναπροσδιοριστούμε κι εμείς χωροταξικά πάλι. Κάτι σε παρακάτω Βαλκάνια, ή όξω Βαλκάνια, ή Βαλκανόπατος, κάτι. Κάτσε όμως λίγο να δούμε και τις διαθέσεις της Ανατολής, γιατί μπορεί να είναι πιο λαρζ το αυτοπροσδιοριστικό. Κάπως, ο ΜΑ$^$ΑΣ της υφηλίου. Μέχρι το καλοκαίρι θα έχει δείξει σίγουρα το πράγμα. Κάνε Πάσχα τώρα και περίμενε. Για τον Επιτάφιο δε, σε έχω σίγουρο. Θα ψάλλεις. Για Ανάσταση τώρα, δεν ξέρω. Δε φαίνεται ανοιχτάδα στον πάτο του φλυτζανιού. Πηχτό το κατακάθι, μάλλον θα σφηνώσει η οξώπετρα (τόσους αιώνες αλάδωτη, γιατί οι εντεταλμένοι σου τα έδωσαν όλα σε τιάρες και οτ κουτίρ) φέτος και τα κορίτσια από την άλλη μεριά δε θα μπορούν να βοηθήσουν να την κυλήσεις. Καταλαβαίνεις τι θα κάνει αυτό στον ψυχισμό του κόσμου, ειδικά μετά την επίσκεψη του Ποντίφηκα και των αδερφών του στη Λέσβο και τη Μυτιλήνη; Τώρα που αδερφώθηκε όλη η Χριστιανοσύνη για το προσφυγικό; Γι αυτό, εγώ θα έλεγα φέτος ειδικά, να προσέξεις ιδιαιτέρως τον Ιούδα. Κάνε τον ανφρέντ και μπλοκ, να είσαι σίγουρος., γιατί είναι τρελό τρολ κι ας το παίζει αλληλέγγυος.
Επίσης το IMF απέκτησε BRICS ως αντίπαλο δέος, μιας και μιλάμε για άσπονδους εχθρούς. Με την Κίνα επικεφαλής και τον μικρό Βλαντ εκ δεξιών, ως υιο του χρέους. Εμένα πάντως αυτό, εκεί που θα έπρεπε να μου αρέσει πολύ γιατί πάντα ήμουν φίλη των ισορροπιών και εχθρή των μονοκρατοριών, τώρα με ανατριχιάζει με τρίχα κάγκελο Σκοπίων. Γιατί έχω την εντύπωση ότι δεν είναι πλέον όπως τότε επί ψυχρού πολέμου, αλλά 10 φορές πιο επικίνδυνο πια, εφόσον δεν υπάρχει ισορροπία και η Δύση είναι μια βετεράνα περφόρμερ στο καμπαρέ της πολιτικής, όπου η νέα και ακμαία στπιπτητζού ήρθε με κακία ικανή να την πετάξει στο δρόμο.

Ίδομεν. Παρεμπιπτόντως, η Ειδομένη καλά κρατεί. Και οι μκο της. Ειδωμένα όλα.

Tuesday, April 12, 2016

διαίσθηση


Γαμ%^νη  διαίσθηση. Την έχω στο τσεπάκι από τα μικράτα μου. Ο παπούς μου έβλεπε οράματα που γίνονταν πραγματικότητα. Προέβλεψε και την προβοκάτσια πιστού και υπεράνω υποψίας υπαλλήλου του, που οδήγησε στην ολοσχερή οικονομική του καταστροφή, βάζοντας φωτιά στο εργοστάσιό του. Πήγε, τον βρήκε και του είπε "σε είδα να το κάνεις και θέλω να μου εξηγήσεις γιατί". Κληρονομικό είναι, σίγουρα. Χάρισμα; Αμφιβάλλω. Όλα να τα ξέρεις πριν συμβούν, μάλλον κατάρα θα το' λεγες. Γιατί δεν μπορείς να κάνεις κάτι, για να μη γίνουν και αισθάνεσαι και μα&άκας εκ των υστέρων. Απλά ξέρεις και υποφέρεις εκ των προτέρων για όλα, όταν οι άλλοι πίνουν pina colada και λιάζονται ακόμα. To πήρα το βλαμένο γονίδιο κι εγώ. Να το ψάξεις φίλε μου που ασχολείσαι με την κληρονομικότητα. Δε μεταδίδεται μόνο η σχιζοφρένεια, να ξέρεις. Στο λεω. Εγώ, από μικρό, δίπλα στον πατέρα μου, που το είχε στο dna κι αυτός και όλα τα έβλεπε και τον έλεγαν τρελό, το'χα το κουσούρι. Τον άκουγα από παιδί να προβλέπει τα πάντα. Του' μοιασα. Αρχικά με φόβισε πολύ. Θυμάμαι όταν είχα πάει με τη μάνα σε ξένο τόπο και της είχα περιγράψει, πριν καν φτάσουμε, το δωμάτιό μας κι εκείνη την πράσινη κασέλα. Την είχα φρικάρει και ήμουν μόνο οκτώ χρονών παιδάκι μόνο. Με φρίκαρα κι έμένα τότε. Φρίκη μιλάμε. Ενοχές πολλές. πίστευα ότι είμαι τέρας, που σαν κάτι κακό νά είχα κάνει ερήμην μου. Μετά, το έριξα στην μεταφυσική, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας μου, μπας και βρω δικαίωση. Με τη διαφορά, οτι τα δικά μου λεγόμενα έβγαιναν, τα γ#%*^μενα. Στο πανεπιστήμιο βρήκα καταφύγιο στη λογική, το έριξα στον Ράσελ και τον Σόπενάουερ και ούτω καθ' εξής. Μακριά από μένα τα ανεξήγητα και τα παρανόρμαλ. Φτου ξελεφτερία. Όλα είναι στα πλαίσια της φυσικής, έιπα, λέω. Σχεδόν όλα... Πάντα υπήρχε μια κρυφή τράπουλα κοντά, για τις ώρες της μέθης και του ακαταλόγιστου. Μέχρι που η τράπουλά που αγορασα σε occult store γιατί μου 'μίλησε', μετά από προβλέψεις απλών γεγονότων (θυμάσαι Αιμιλία τον Γιακίμπα;), προέβλεψε συγκεκριμένο θάνατο φίλου (θυμάσαι Αιμιλία τον Αλέξη;). Τρόμος. Μετά, κάηκε φύλλο φύλλο στην τελετουργική πυρά του εξαγνισμού και στο όνομα  του διαφωτισμού και έκανε πολλά χρόνια να επανέλθει στα χέρια μου. Μια μέρα, δεκαετίες μετά, ένας έρωτας της ζωής μου μου την έκανε δώρο. Πεπρωμένου, φυγείν αδύνατον. Επέστρεψε στα χέρια μου, η ίδια τράπουλα ταρώ, ακριβώς. Του Alistair Crawley και της Frieda Harris. Παρ' τ'αυγό και κούρευτο. Δεν του είχα πει ποτέ τίποτα για τα παλιά. Ούτε ήξερε την ιστορία μου. Τυχαία. Τυχαία; Αυτή η τράπουλα είναι ακόμα στο ράφι και στέκει εκεί ως εργο τέχνης και κειμήλιο, μαζί με τα art books. Xρησιμοποιήθηκε μόνο μια φορά, μετά από παράκληση του καλού μου και του είπε τα πάντα. Κλάψαμε μαζί για όλα, θυμάμαι. Δε χρησιμοποιήθηκε ποτέ ξανα έκτοτε, μέχρις ότου  ή έφηβη κόρη μου -άλλο ξωτικό- την περιεργάστηκε στα χέρια της και είδε 'κάτι'. Έλπίζω να της πέρασε, έκτοτε και να πήδηξε το γονίδιο. Στα δικά μου χέρια παίζει πλέον μόνο η δύναμη του 9, η τράπουλα που σχεδίασε η Αιμιλία, ως άλλο ξωτικό της ζωής μου.
Τη ρίχνω μόνο σε ένα άτομο, εδώ και πολλά χρόνια. Είναι κολλητός, βαθιά ορθολογιστής και επιστήμονας. Ό,τι του λέω βγαίνει. Σήμερα με πήρε τηλέφωνο και μου είπε, σε προσκυνώ. η τελευταία 'ριξιά' ήταν πολύ εξειδικευμένη και δε χωρούσε παρερμηνείες. Μην προσκυνάς εμένα, ψάξε το γονίδιο, του είπα. Γιατρός είσαι. Βρες το. Είναι μεταφυσικό, επειδή δεν το έχει εξηγήσει ακόμα η επιστήμη. Βρείτε το ντε, να μη μένω με την απορία!


Monday, April 04, 2016

Μινσκ-Αθήνα, χωρίς επιστροφή





Είχαν περάσει πέντε χρόνια από τη μεγάλη λαϊκή επανάσταση. Όταν έγιναν τα μεγάλα γεγονότα και η ανατροπή του καθεστώτος στη μακρινή πρωτεύουσα της γείτονας χώρας, όλοι ελπίζαμε ότι οι Γερμανοί και μετά οι Πολωνοί θα μας προστάτευαν από τα γεγονότα. Έτσι έδειχνε αλλά μάλλον ήταν διακαής πόθος. Εγώ δεν καταλάβαινα γιατί πρέπει πάντα κάποιοι να μας φυλάνε από τους κακούς. Στο σπίτι υπήρχε μια ατμόσφαιρα ανησυχίας ακόμα και στις γιορτές, αλλά η ζωή κυλούσε λίγο πολύ όπως πριν. Ο μπαμπάς ήταν πάντα προβληματισμένος,  όμως προσπαθούσε να μην το δείχνει, ειδικά σε εμένα, ‘το παιδί’, λες και ήμουν χαζή και δεν καταλάβαινα ότι κάτι πήγαινε στραβά.

Στα γενέθλιά μου, εκείνη τη χρονιά μου έκανε δώρο μια σκυλίτσα μαυρόασπρη με φουντωτή ουρά. Κοιμόμουν μαζί της κάθε βράδυ και το πρωί μου δάγκωνε τα αυτιά για να ξυπνήσω. Την ονόμασα Λαρίσα, από Λάρα. Ήταν πολύ ζωηρή και σιχαινόταν τη δασκάλα γερμανικών τόσο πολύ, που ξεσήκωνε το σπίτι με τις τσιρίδες της. Eίχε διαίσθηση. Η φράου Γκέρτα δε με άφηνε να την έχω στο δωμάτιο όταν κάναμε μάθημα και έτσι τη σιχαινόμουν κι εγώ.
Μια μέρα η μαμά έκλαιγε σιωπηλά στο δωμάτιό της και την πήρα είδηση από τη μισάνοιχτη πόρτα. Της χάιδεψα τα μαλλιά και τη ρώτησα τι έχει. ‘Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά’ μου είπε, αλλά δεν την πίστεψα καθόλου, γιατί το 'ολα θα πάνε καλά' είναι σα να φωνάζει κάποιος 'βοήθεια!'. Όταν οι μεγάλοι λένε στα παιδιά όλα θα πάνε καλά’ εννοούν ότι όλα είναι χάλια. Την ξαναρώτησα τι έγινε και εκείνη μου είπε ‘άλλαξαν πάλι κάποια πράγματα στη χώρα και τώρα θα έχουμε άλλους αρχηγούς, αλλά όπως όλοι, έτσι κι εμείς, θα επιβιώσουμε’.
Ο κηπουρός μας ο Ανατόλ, ήρθε μια μέρα πολύ στεναχωρημένος και είπε στον πατέρα ότι δε θα είναι πια μαζί μας. Θα πήγαινε πίσω στο χωριό του, γιατί εδώ δεν τα έβλεπε καλά τα πράγματα. Κρυφάκουγα από το παράθυρο της κουζίνας. Οι γονείς μου του απάντησαν ότι τον καταλαβαίνουν. Εγώ πάλι, δεν έβγαλα άκρη, γιατί δεν μου εξηγούσε κανείς.

Η δουλειά του μπαμπά δεν πήγαινε καλά, όπως παλιά. Όλο για δυσκολίες μιλούσε και κάτι που λεγόταν ‘παρεμβατισμός’, αλλά αυτά δεν είναι για τα παιδιά. Εγώ έπρεπε να κάνω τα μαθήματά μου όπως πάντα και να μη σκέφτομαι πράγματα που δε με αφορούν.

Ήταν ένα μεσημέρι καθώς τρώγαμε στην τραπεζαρία, που χτύπησε η πόρτα και κάτι τύποι με περίεργες στολές μπήκαν στο σπίτι. Ζήτησαν από τον μπαμπά και τον Ρουσλάν τον μεγάλο μου αδερφό που ήταν 19 τότε, να τους ακολουθήσουν. Η μαμά έτρεμε και μου έσφιγγε τόσο πολύ το χέρι που μου κόπηκε η αναπνοή.  Κάτι της ψυθίρισε στο αυτί ο μπαμπάς και έφυγε με τον αδερφό μου μαζί τους, ‘για δουλειές’. Οι επόμενες μέρες ήταν σκοτεινές και δε θυμάμαι πολλά, καθαρά. Ένας συνεργάτης του πατέρα μου από μια άλλη, μακρινή χώρα μπαινόβγαινε σπίτι μας και κλεινόταν μέσα στο γραφείο του πατέρα με τη μαμά και μιλούσαν με τις ώρες χαμηλόφωνα για κάτι ‘papiers’ στα γαλλικά. Μέχρι και η Λαρίσα ήταν χωμένη συνέχεια κάτω από μια πολυθρόνα, από εκεί που χοροπηδούσε σαν κατσίκι.

Μερικές εβδομάδες αργότερα η μαμά με πήρε αγκαλιά και με φίλησε εκατό φορές. Εκεί πια ανησύχησα για τα καλά. “θα πας ένα ταξίδι με τον κύριο Μιχάλη, που είναι τόσο καλός φίλος του μπαμπά. Θα σε πάει διακοπές στη  χώρα του που έχει συνέχεια ήλιο και κρυστάλλινα νερά, για να κάνεις μπάνιο στη θάλασσα. Έχει και τρία παιδιά σχεδόν στην ηλικία σου και η γυναίκα του, η Μαρία είναι πολύ καλή μου φίλη. Θα περάσεις πολύ καλά. Λίγο μετά θα έρθω να σε βρω κι εγώ, αφού τελειώσω κάτι ‘δουλειές’. Ο μπαμπάς τα κανόνισε όλα.” Της είπα ότι δε θέλω να την αφήσω μόνη της, αλλά δε δεχόταν κουβέντα. “εγώ θα μείνω εδώ να περιμένω τον μπαμπά, να γυρίσει από τη δουλειά”, της είπα. Κάπως, δεν της είπα ότι φοβόμουν πολύ να πάω με τον κύριο Μιχάλη, αν και τον ήξερα από μικρό παιδί. Κάπως, ποτέ δεν της είπα ότι ξέρω πως ο μπαμπάς δεν είναι σε ταξίδι για ‘δουλειά’. Κάπως, δεν μου είπε ποτέ ότι ήξερε, πως ήξερα…

Όλα έγιναν μηχανικά και με πολλές σιωπές ενωμένες, σα σήματα μορς. Περισσότερες οι σιωπές από τις λέξεις. 
 Έφτιαξα μια βαλίτσα με τα απαραίτητα. Τη μέρα που θα έφευγα, η μαμά μου έφερε ένα εσώρουχο όπου είχε ράψει πάνω του τα τέσσερα κοσμήματα που αγαπούσε πιο πολύ. Δύο δαχτυλίδια και δύο καρφίτσες. Μου είπε να το φορέσω και να μην το βγάλω μέχρι να φτάσω. “Πάρε τα μαζί σου, να μου τα δώσεις όταν έρθω”, είπε. Με τσιμπούσαν, αλλά το έκανα. “θα φέρω τη Λάρα μαζί μου” πρόσθεσε. Έβαλα τα κλάματα, γιατί δεν την έλεγε ποτέ Λάρα και δεν μπορούσε με τίποτα να με κάνει καλά. Ξεγρυπνήσαμε αγκαλιά εκείνο το βράδυ, κάτι που δεν κάναμε ποτέ από τότε που ήμουν οκτώ. Μου χάιδευε τα μάλλιά΄όλο το βράδυ, ενόσω της έσφιγγα το χέρι. Την άλλη μέρα, ο κύριος Μιχάλης ήρθε, φόρτωσε τη βαλίτσα μου στο αμάξι και με φίλησε στο κεφάλι λέγοντας στη μαμά μου “τώρα έχω τέσσερα παιδιά”. Εκείνη γέλασε με ένα γέλιο δυνατό και συνάμα τρομακτικό, που δεν είχα ακούσει ποτέ να βγαίνει από μέσα της, από τότε που γεννήθηκα. Δε με φίλησε. Δε με χαιρέτησε. ‘Θα τα πούμε σύντομα’ είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω της με θόρυβο. Τα κοσμήματα στο εσώρουχό μου με δάγκωναν με λύσσα και με μάτωσαν στο ταξίδι, αλλά συνήθισα τον πόνο και τον αγάπησα, όπως όταν με δάγκωνε η Λαρίσα μωρό με τ ακοφτερά τηε δοντάκια και αυτός ο πόνος με εμπόδιζε από το να σκέφτομαι άσχημα πράγματα.
Δεν ξαναείδα ποτέ την οικογένειά μου. Οι πόρτες που κλείνουν, από εκείνη τη μέρα, είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να μου συμβεί.


Μινσκ, Λευκορωσία, 1922

diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna