Wednesday, September 30, 2015

Συνειρμοί



Οι αφορισμοί του Κάφκα. Εκγλωβισμός. Εφορία, συνοπτικά.
Ο Ευφράτης, αφράτος. Γονιμότητα, ευφορία γενικά, όμως με μέτρο.
Όπως ξέρουμε καλά, το πολύ νερό σαπίζει τα σπαρτά.
Σάπια και η σέπια. Κάποτε αριστοκρατικά αστραφτερό χρώμα
Που το πότισε ο χρόνος με γκρι υγρασία. Περασμένα μεγαλεία, ψίθυροι.
Ψελλίζω. Ψαλίδι στην ελευθερία. Ούτε ψύλλος στον κόρφο του ψελλίζοντα.
Ψαλμός. Αυτός είναι για κατ' ιδίαν απόγνωση. Δεν ξέρω αν θα σου κάνω τη χάρη.
Ζάχαρη. Χαρά άχαρη, με κακές παρενέργειες. Να αποφεύγεται κατά κράτος.
Κρασί. Αν έχεις καλή κράση και μπορείς να κάνεις κράττει, τέλεια.
Αλλιώς κρασάρεις και το άλλο πρωί σε βρίσκει ράκος και μετανιωμένο.
Μένος. Μένιος, άξεστος που καταφεύγει στη βία, ελλείψει λόγου.
Σοπέν ίσον πασατέμπος. Όταν ξεκινήσεις, δεν μπορείς να σταματήσεις.
Σταμάτης. Κρίμα τον άνθρωπο, που ήρθε στη ζωή και του αφαίρεσαν το χρώμα.
Το γαλάζιο έχει γεύση γιαούρτι σακούλας και το ροζ άρωμα ροδόνερου Βουλγαρίας.
Οι σλάβικοι χοροί του Ντβόρζακ είναι καφτεροί σαν πιπέρι καγιέν.
Γαργαλάνε τον ουρανίσκο και φέρνουν φτέρνισμα. Τραχείς, σαν ωμός τραχανάς.
Το επεξεργασμένο, γάργαρο μετάξι είναι όλα όσα με τάξη φρόντιζε η μαμά στο πατρικό.
Πατέρας, όπως πατερίτσα. Φεύγει και πονάς να στέκεσαι όρθιος, μόνος.
Γόρδιος, ήτοι γαρδούμπα. Θες και δες θες να μπεις στον κόπο ν' ασχοληθείς.
Σχολείο. Εδώ είναι περίεργο. Σχίσμα και σχάση και χολή, αλλά και άρωμα βανίλιας.
Βινύλιο. Γεύση γλυκόξινη. Σούπα φτιαγμένη από άγουρο έρωτα και παρτιτούρες.
Τα παλιά βιβλία έχουν το άρωμα της ζεστής τυρόπιτας που αγόραζα στο διάλειμμα.
Τα καινούργια μυρίζουν σοβατισμένο τοίχο, έτοιμο να χρωματιστεί όπως χρήζει.
Χρήμα. Ντροπή. Κρίμα το χρώμα και τα δέντρα για μια τόσο κακή εξάρτηση.
Ξαστεριά. Μύρισε ξύσμα ξύλινης κλίνης υπό χαμηλό και οξύ συμπαντικό φωτισμό.
Φωτιά. Φαϊ αχνιστό από το φούρνο. Ενίοτε τρόμος από το φως στην άκρη του τούνελ.
Φανή. Η απόλυτη γεύση της μυζήθρας. Έχω μια φίλη, αλλά δεν της το έχω πει.
Φαλλός. Το γλυφιτζούρι που λιώνει ο άλλος. Α, ρε Χριστιανόπουλε...
Χριστός. Χάρισμα. Χρήσιμος σε καιρούς απελπισμένους, ένας τέτοιος εθελοντής.
Θέλω. Θαλπωρή. Μέλι με κανέλλα πασαλισμένη σε λουκουμάδες ξεροψημένους.
Σε υπερβολική δόση ξερνά ο καταναλωτής και οι παρευρισκόμενοι, επίσης.
Ξέρω. Το ξερό ψωμί, το ανάλατο. Τρώγεται από καθαρή ανάγκη επιβίωσης.
Επιβήτορας. Ο Μάρλον Μπράντο και το βούτυρο στο Παρίσι. Πως το έλεγαν το κορίτσι;
Το δικό σου όνομά έχει τη γλυκειά γεύση του κομματιού βασιλόπιτας,
Από τη χρονιά που μου έτυχε για πρώτη φορά κι εμένα το φλουρί.
Η φωνή σου, τρίξιμο παλιάς καγκελόπορτας που κλειδώνει με λουκέτο
Και στη ματιά σου να αναγράφεται "προς μεταπώληση, σε τιμή ευκαιρίας".
Ευκαιρία. Λέξη στυφή, αντιοξειδωτική. Ιδανική για την πρόληψη του καρκίνου.

Monday, September 21, 2015

domestication of a goddess (Malleus maleficarum)

She had a live, small person exploding out of her swollen body. She had two full vessels that poured ambrosia and fed this small person who grew bigger and stronger by the day. She created a new life while giving pleasure to a ripe one. She took care of her small persons, like all mothers do, and made food out of plants to feed her larger family. She got to recognize all the vegetation of the area, studied every leaf, every root, all fruits and flowers and learned how to make medicinal mixes that cured fever and healed infected wounds. She embraced the desperate and gave advice for their desperation. She earned the title of the witch-goddess and was loved and worshipped in the womb of a cave by the clan for her benign magic. She exposed her bare breasts as a song to creation, the life-bearing deity of peace and prosperity.
One day came the warriors, with their erect weapons to conquer the lands and impose their male power to her clan. There was war and death. The male god took over the female goddess's sanctuary. He was the one to be worshipped instead, as the powerful bull, Baal. He posed for the first letter of the alphabet. The witch had to obey the new rule of man-kind. Her past fame became her present problem. She was then called Lillith, the dark one and Circe, the destroyer of men. Her magic could not be her weapon, her life-bearing gift could not be worshipped anymore, it became her weakness, her punishment. Now, her sole duty was to produce people. She became Eve, responsible for the Fall, and the serpent -her fertility symbol- became her enemy, the root of all evil. The apple she fed her people, became her weakness. The sanctuary of the womb was sealed and the penis-like menirs filled the sites. The witch was hunted down. Her beauty turned into ugliness. She developed a crooked nose with warts. Her knowledge became a sin, it was a threat to men. Her recipes for healing potions were by then widely known, and her cookbooks were taken away from her. It was babies and more babies, in a society that had to provide more and more warriors. The witch became a property, a subject, an object of desire and a vessel of reproduction. The ones who did not subject to the new order were slaughtered, burnt alive, hanged in the middle of the settlement for the rest of the women to see and accept their subjugated fate.
Then, she was confined into four walls and forced to wear clothes hiding her body and face, for reasons of domination and exclusive ownership. The once upon a time called witch, like the pigs, the goats, the chickens and the cows of the farm, became fully domesticated. She was fed, controlled and milked.
Never call me a kitten, a bunny, a puppy or any kind of pet. Even if you mean well.


Shirin Neshat, rapture

Tuesday, September 15, 2015

Run

In death and taxes you are alone; one sitting duck.
Only a river runs free, wild and ever-escaping,
All parts of it evade captivity; don't call it luck.
Running water is the only fugitive from legislative draining.

Forests and mountains are charted, numbered and closely watched.
They cannot claim independence; the verdict would be national treason.
But wait! Large corporations are now reserving all rights to your waterbed
Soon, you will be thirsty as well, in your bootless quest for freedom.





Monday, September 14, 2015

περιττά και απέριττα

Mια μετακόμιση είναι. Δε γίνεται. Σε κάνει, δεν την κάνεις. Ξεπερνά την ικανότητα διεκπαίρωσης και του δικού σου ελέγχου. Η διεκπαίρωση είναι ένα μικρό κομμάτι της. Που πάει τι;  Κούτες και ταμπέλες. Τα κουζινικά με τα κουζινικά, τα έπιπλα με τα έπιπλα, τα ρούχα με τα ρούχα. Λίστες. Εύκολο. Έχεις και τον κάδο έξω να γεμίσει με τα περιττά, να τα πάει όπου δε σε νοιάζει. Έρχονται όμως τα απέριττα, μαυροφορεμένα και εν χορώ, να διαπραγματευτούν σκληρά τη θέση τους και να σε βάλουν στη θέση σου. Σε αδειάζουν και σε αποδιοργανώνουν με το χάος των συναισθημάτων που σου επιβάλλουν για όλα όσα έχουν χαράξει επάνω τους. Τα πράγματα αυτά έχουν φλέβες που πάλλονται, ζωή. Όταν η μετακόμιση είναι εκείνη που κουβαλάει και τα πράγματα ανθρώπων σου που έφυγαν, τα πράγματα περιπλέκονται. Τα αντικείμενα γίνονται οι φωνές τους που σου μιλούν από το υπερπέραν. "Μην με πετάς έτσι άκαρδα, Ήμουν το αγαπημένο τασάκι του πατέρα σου", "Τα γράμματα της μαμάς σου δεν πάνε στα σκουπίδια. Αναβιώνουν το παρελθόν της. Είναι γεμάτα αγάπη. Πετιέται η αγάπη;". Τα πράγματα πάντα γίνονται απαιτητικά. Ειδικά εκείνα που είναι κλεισμένα σε κουτιά και είναι τυλιγμένα με κιτρινισμένες μεταξωτές κορδέλες και με περισσή φροντίδα. Το πάκο με την αλληλογραφία της μητέρας είναι μια ολόκληρη ζωή. Θα την πετάξεις στον κάδο; Αυτά είναι για να τα βάλεις μπροστά σε καντήλι και να τα προσκυνάς, μέχρι να έρθουν να σε επισκεφτούν φαντάσματα. Πραγματικά ιερά είναι αυτά τα πράγματα. Τα γράμματα είναι θίασος. Ποια εισαι εσυ που θα εκτελέσεις το θέατρο των αναμνήσεων και της ιστορίας; Αυτόχειρας των μνημών, ερήμην σου θα γίνεις; Όλα τα πράγματα δεν είναι άψυχα. Πολλά είναι επεκτάσεις ζωών με νευρικές απολήξεις που σε κάνουν να πονάς και τη δική τους νοημοσύνη που συνδιαλέγεται με τη δική σου, μέσα στο κεφάλι σου.  Άντε να διαχωρίσεις ποια ζωή είναι πιο σημαντική από την άλλη. Κι αν δεν το κάνεις, αμέσως γίνεσαι αυθαίρετος θύτης των πάντων, γιατί ο κάδος είναι ο καιάδας κι εσύ μαζικός εκτελεστής. Τι θα πετάξεις ως άχρηστο και τι θα κρατήσεις; Ποιο γράμμα είναι σημαντικό, εκμυστηρεύεται έρωτα και ανάγκη και ποιο είναι απλά διεκπαιρεωτικό, για να πέσει στον γκρεμό; Η εύκολη λύση είναι μια μεγάλη αγκαλιά, να τα κρατήσεις μέσα της όλα, και τα σημαδιακά και τα κοινωνικά και τα αδιάφορα. Ο δύσκολος δρόμος είναι το επίπονο ξεκαθάρισμα. Να κατέβεις τα κατσάβραχα των αναμνήσεων, να θυμηθείς, να μάθεις, να τσαλακωθείς, να κλάψεις και να φέρεις στην επιφάνεια, να κομίσεις μετά το θησαυρό που θα κρατήσεις μαζί με τα πολύτιμά σου. Η μετακόμιση θέλει κότσια απέναντι στα πράγματα, γιατί τα πράγματα είναι ικανά να σου την πουν, να σου ψιθυρίσουν στ' αυτί όσα δε θές να ακούσεις και όσα προσπαθείς να ξεχάσεις. Θέλει θάρρος η μετακόμιση, αλλά πρέπει να γίνεις, για να γίνει και να καμωθείς για να την κάνεις. Είναι μονόδρομος. Αλλιώς, το εύκολο ξεφόρτωμα μπορεί να σε αφήσει μισή και να σε βαρύνει για πάντα. Γιατί εκτός από οι επιλογές σου, είσαι και οι άνθρωποι που αγαπάς, ζώντες και τεθνεότες.



Thursday, September 10, 2015

Δώσε, μωρή θεαράααα!

Ακόμα ένας μεσήλικας είχε σήμερα σειρά, από την επιδημία αυτοάνοσων που χτυπάνε τη χώρα, αλλά αυτός ήταν πολύ κοντινός και η ψυχολογική κατάσταση σέρνεται στα πατώματα. Τον Ιούνιο δεν μπορούσε να προβλέψει και αυτό το απρόσμενο και πήγε και αγόρασε μέσα σε ενθουσιασμό το εισιτήριο για τη μοναδική συναυλία του καλοκαιριού που ήθελε να πάει. Δεν είναι και ο Ένιο Μορικόνε, αλλά ο συγκεκριμένος συνθέτης κινηματογράφου του άρεσε πάντα πολύ. Τώρα του έχει μείνει το εισιτήριο στην τσέπη και μόλις έχει τελειώσει με τον καφέ της παρηγοριάς. Καθώς πάει να ψάξει ταξί, παίρνει την απόφαση να ξεπλύνει το χώμα με μουσική και στρίβει για το θέατρο με πόδια πενηντόκιλα και καρδιά-άγκυρα δεξαμενόπλοιου. Ας μην πάει το εισιτήριο για πέταμα...
Το Ηρώδειο έχει κόσμο, δεν είναι γεμάτο, αλλά δεν ντρέπεσαι κιόλας. Η θέση είναι καλή γιατί τον Ιούνιο σκόπευε να το γλεντήσει. Αφού παραμερίζει δύο άδεια μπουκάλια νερού από τα πόδια του -μάλλον έχουν απολύσει το προσωπικό που καθαρίζει και ο Έλληνας διαπρέπει διαταξικά στην ανωτάτη σκουπιδική-  βολεύεται στην άβολη θέση του κλασικού θεάτρου και αποφασίζει να προσπαθήσει τη χαλάρωση για τις επόμενες δύο ώρες.
Η μουσική είναι πάντα βάλσαμο. Ακόμα κι όταν συνοδεύει εικόνες από κηδεία και τις σκοτεινές σκέψεις που τη συνοδεύουν, τις σκέψεις-μοιρολογίστρες "πως να στηρίξεις άνθρωπο που χάνει το μυαλό του από την απώλεια", "τι νόημα έχει απλά να περιμένεις να πεθάνεις", "πως καταντήσαμε έτσι σαν ετοιμοθάνατοι" και άλλα συνηθισμένα που περνάνε από το μυαλό όλων  τελευταία. Πως έφτασε το διάλειμμα δεν κατάλαβε, έτσι βυθισμένος που ήταν. Αναδύεται για να τεντωθεί και παίρνει μαζί του και το μαξιλαράκι. Η κοπέλα που κάθεται δίπλα του κάνει νόημα χαμογελώντας. Τρεις τσίχλες έχουν κολλήσει στο μαύρο παντελόνι του. Μάλιστα. "Πρέπει να ζήσω και μ' αυτό" σκέφτεται παραδομένος στη μοίρα της μέρας του. Ροζ τσίχλες στο κάθισμα του Ηρωδείου. Αυτά έχει η βασιλεύουσα Παρακμή και οι υποτελείς της.
Το δεύτερο μέρος αρχίζει σε δύο λεπτά. Η παρέα που μπαίνει μέσα από το κυλικείο μιλά δυνατά. Ένας τύπος ρωτάει "Πάλι ο ίδιος θα παίξει;" σαν να έχει έρθει σε συναυλία του Παντελίδη. Αυτός ούτε ξέρει τι ήρθε να ακούσει, ούτε τι άκουσε μέχρι τώρα, ούτε που βρίσκεται. Ακόμα ένας νεκροζώντανος.
To κέφι του, ακόμα και με συνοδεία αγαπημένης μουσικής δεν μπορεί να ανέβει ούτε τις σκάλες του θεάτρου για το δεύτερο μέρος της παράστασης. Καταβαραθρώθηκε με την κηδεία, τις τσίχλες και τα ζόμπι. Άδειασμα στον Άδη τόσος φυσικός και πολιτισμικός θάνατος και σήμερα, όλη μέρα, όπως κάθε μέρα.
Λίγο πριν το τέλος της συναυλίας, τινάζεται από μια αγριοφωνάρα που ξερνάει σα ρουκέτα κάποιος που βρίσκεται ακριβώς από πίσω του "δώσε μωρή θεάραααα!!!!!"
Ειρωνικά, το τέλειο κλείσιμο για τούτη τη μέρα. Σκέφτεται ότι ένα τέλος με φρίκη είναι προτιμότερο από μια φρίκη χωρίς τέλος.



(Διονύση, εσύ)

Tuesday, September 08, 2015

το βρώμικο νύχι

Γιατί τόσο βρώμικο νύχι; Δεν είναι ένδειξη ανέχειας και περήφανης αντροσύνης. Είναι μόνο δείγμα προσωπικής υγιεινής. Και στο κάτω κάτω της γραφής, αν είναι να μου παρουσιάζεις ως θέση τη βρωμιά (εφόσον δεν είσαι σε γκούλαγκ ή σε προσφυγικό καταυλισμό που δεν έχει τρεχούμενο νερο), τότε έπρεπε να έχεις και το αίμα του εκτελεστή σου πάνω στα χέρια σου. Όχι απλά να εύχεσαι να πεθάνει. Γίνε και θύτης του θύτη σου, θύμα αιώνιο. Με πιανεις;
Εντωμεταξύ στην εφορία -μια που μιλάμε για εκτελέσεις- η εξουσία πίσω από τον γκισέ φτύνει δηλητήριο σε αδύναμους, ανοσοκατεσταλμένους υπερχρεωμένους. Εκείνοι, με κατεβασμένο το κεφάλι στο πάτωμα παρακαλούν για επιοίκεια, ως αρχετυπικοί υποτελείς. Η εξουσία φορά τσόκαρο φούξια και έχει βαμμένο το νύχι ρόζ περλέ. Ο αργόμισθος συνάδελφος στο παραδίπλα γραφείο, με την αταραξία του ζόμπι στο βλέμμα, ξεφλουδίζει τα νύχια του μέχρι να πιάσει κόκκαλο, εμμονικά και συστηματικά, εδώ και ώρα. Δεν εξυπηρετεί, γιατί αυτοεξυπηρετείται αυτοκαταστρεφόμενος. Τουλάχιστον, κάτι κάνει σωστα. Όλες οι παλιές ταμπέλες έχουν καλυφθεί με αυτοσχέδιες χαρτονένιες και ενδείξεις χειρόγραφες με μπλε μαρκαδόρο.
Μα προς τι το τόσο βρώμικο νύχι και η απλυσιά, επιμένω; Δεν είσαι δα και στην Κολιμά. Έχεις τρεχούμενο νερό ακόμα. Εκτός κι αν είσαι εναντίον της καθαριότητας και της κάθαρσης γενικότερα, εκ πεποιθήσεως.
Είπα νερό. Στο κέντρο, χιλιάδες άστεγοι, περιπλανούμενοι και ούτε μία τουαλέτα. Υπάρχουν οι πρασιές. Όλα αυτοσχέδια πλέον. Τους αδειάζει το πλοίο κατά χιλιάδες κάθε βδομάδα σα να είναι αυτοί τα λύματα. Λες και δεν είναι άνθρωποι, δεν έχουν ανάγκες επιβίωσης και στοιχειώδεις προδιαγραφές ύπαρξης. Να τους πει κάποιος που να πάνε, να φτιάξουν μια πρόχειρη υποδοχή με τα πρώτης ανάγκης. Τίποτα. Εδώ και καιρό, όλοι αντιμετωπίζονται και συμπεριφέρονται ως σκουπίδια. Κι ύστερα έχω πρόβλημα κατανόησης του βρώμικου νυχιού.
Κι εσένα, που όλο λες ότι έχεις κατάθλιψη και δε βγαίνεις καθόλου από το σπίτι, σε έπιασε το μάτι μου σε μπαράκι της Χάριτος προχθές με χαρούμενη παρέα, καθώς περνούσα. Ντράπηκα για λογαριασμό σου και έκανα πως δε σε είδα. Και το ψέμμα σου πρόσχημα για την αυτοθυματοποίηση είναι. Σαν το βρώμικο νύχι.
Αυτό το βρώμικο νύχι τελικά είναι όλη η σημειολογεία της εκούσιας απαξίωσης και αυτοεξουδετέρωσής μας, ενόσω θαυμάζουμε τους γερμανούς - που λατρεύουμε να μισούμε- να υποδέχονται με λουλούδια και φιλιά τους κατατρεγμένους επιδιδόμενοι σε ανθρωπιστικές καλοσύνες, ανιδιοτελώς πάντα.

Sunday, September 06, 2015

the lone wolf




(unknown photographer, unknown subject, unknown whereabouts)


The armchair next to the hospital bed is empty, conveniently so.
Or else, a bunch of hands would have to improvise a random show.
Awkward fingers moving in utter clumsiness in a heraldry dance,
Going in any direction, bumping on each other, like sheep against a fence.
Only a mothers' digits -like professional dancers- gracefully progress
To naturally form their protective nest over yours, known as caress.
All the rest, hesitant and sweaty, are waiting for rational's orders to act;
"Is it commitment, is it burden, is it too soon, or too late, does it lack tact?".
Drip, drip, drip, steady as heartbeat the serpentine hose feeds the vain.
Only the empty armchairs provide the silence one needs in his own pain
To feel the timely ticking of the bomb, in order to disarm the mess.
Then comes the sun and colors explode and it's spring,
Strawberries pop, nightingales sing, bodies undress,
And you made it with only a few scars. You can call it success.

The shutdown of a home is another lone wolf process.
Family pictures sleep in the round hat box with the skylight,
The surrogate ones move in another, not so privileged and bright.
Putting to rest every preciously handled subject all others call an object,
For the sole survivor is a ritual, a procession, not a project.
Then come strange hands to pack in haste more treasures unpossessed
To give them up for adoption to foster homes, or NGOs at very best
With acronyms for names, mighty causes, CEOs and PHDs
Who could not care less that your mother's ashtray carries memories.
To pay respect and not cast neglect is yours to do, while in this zone.
You need space and time alone for the closure of your home,
To take care of all; down to the last remembrance, if needed to access.
Your back aches, your head hearts, heart flutters under duress,
All sprinkled with flickers of accomplishment, nonetheless.

The black wolf left behind, either makes it alone
And thrives on his own devices, away from home
Or is eaten by other wolves that belong to a pack.
Natural history, no drama, just a fact.



Tuesday, September 01, 2015

αφιλοκερδώς

Το ζευγάρι στο παγκάκι της πλατείας -δύο χταπόδια
Σε εποχή ζευγαρώματος- αγνοεί το πλανόδιο πωλητή.
Τρία θέματα επιβίωσης σε παράλληλα σύμπαντα.
Βαθμός αναγκαιότητας, μη υπολογήσιμος.
Τα λουλούδια στη ζαρντινιέρα έλυσαν το δικό τους υπαρξιακό.
Έχουν από τις αρχές του θέρους ψοφήσει από έλλειμμα επιμέλειας.
Η πόλη έχει πάει διακοπές. Η ζωή διακόπηκε άνευ αποδοχών, δηλαδή.
Η οικογένεια στην πρασιά κυκλώνει γυναίκες με μαντήλες.
Για αυτούς η διακοπή είναι επ' αορίστω και νομοτελής (συνθήκη ταδε).
Ευτυχώς που υπάρχει το λάστιχο ύδρευσης που δεν πότισε τα φυτά.
Χέρια να υπάρχουν τώρα να ποτίζουν στόματα.
Χέρια να ψάχνουν κάτω από φουστες, δάχτυλα να γράφουν κορμιά,
Χέρια να υπερασπίζονται ζωές, χέρια να πουλάνε άχρηστες απομιμήσεις.
Κορμιά ζεστά όλα, σε αναζήτηση επόμενου ξημερώματος και διανυκτέρευσης.
Όπως καταλαβαίνεις, αν υπήρχαν και χέρια που πετούσαν λεφτά,
Όλα τα υπαρξιακά και νοηματικά θα λύνονταν προσωρινά.
Ο έρωτας και  η φυγή θέλουν χρήματα για μετακόμιση,
Οι πρόσφυγες θέλουν χρήματα για επανεκκίνηση και
Οι μετανάστες θέλουν χρήματα για επιβίωση.
Αγοραίο είναι το υπαρξιακό της κάθε πλατείας.
Όσο αγοραίο είναι και το πρόβλημα της κάθε μκο που
Επικαλείται την αγάπη και την ενσυναίσθηση για κάθε
Λογαριασμό της δεη που πληρώνει, αφιλοκερδώς.
Τα λεφτά δεν είναι το παν. Τα λεφτα ειναι το συμπαν.
Είναι αποδεδειγμένο, με ακρίβεια λεπτού.







diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna