Friday, July 03, 2015

στης γιαγιάς






Είναι πίσσα σκοτάδι, έχω τα μάτια ανοιχτά και κάνω ffw και rewind στη ζωή μου ψάχνοντας μια προστατευμένη γωνιά για κρυψώνα. Παγώνω την εικόνα σε μυρωδιά από σπιτικούς λαχανοντολμάδες.
Μόλις τελείωσα την πέμπτη. Ήρθαν οι διακοπές και η μαμά με πάει με το αυτοκίνητο στο σπίτι της γιαγιάς στην Κυψέλη, oπου θα μείνω μαζί με τα άλλα τρία μικρά μου ξαδέρφια για τις πρώτες ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Είναι η επίσημη έναρξη των διακοπών. Αγαπάω πολύ το  σπίτι με την μεγάλη βεράντα και τον κρυφό, προστατευμένο κήπο που βγάζει η πρόχειρη τραπεζαρία, όπου κάθε Κυριακή μαζευόμαστε όλη η οικογένεια, τρώμε, γελάμε, και κάνουμε φασαρία. Η βεράντα της γιαγιάς ειναι η πρώτη εικόνα που μου 'ρχεται όταν σκέφτομαι τη λέξη Παράδεισος. Έχει δέντρα σε γλάστρες και πολλά λουλούδια που φροντίζει η ίδια και είναι κρυφή για τον έξω κόσμο, σαν καταπράσινο μυστικό. Εδώ μεγάλωσε η μαμά μου. Έχω δει φωτογραφίες της στη βεράντα από όταν ήταν παιδι. Ενώ εγώ έχω γεννηθει και μεγαλώσει σε σπίτι με ανοιχτό κήπο, αυτή η βεράντα ήταν πάντα η παιδική μου χαρά. Φτάνουμε λοιπόν και η μαμά παρκάρει το αυτοκίνητο έξω από την κεντρική είσοδο της προπολεμικής τριόροφης πολυκατοικίας στη γωνία Αγίου Μελετίου και Σποράδων. Εκεί μας περιμένουν τα τρία μου ξαδέρφια που παίζουν στις σκάλες, μπροστά από το πεζοδρόμιο. Εγώ είμαι η μεγαλύτερη. Οι διακοπές αρχίζουν με ψωμί, βούτυρο κατσικίσιο και ζάχαρη που μας αλοίφει σε ζυμωτό ψωμί η Καλλιόπη, η δεύτερή μας γιαγιά, ο θεματοφύλακας της ασφάλειας και της παιδικής ηλικίας. Το δωμάτιό μας είναι το μεγάλο στο βάθος του διαδρόμου δεξιά, με τα δύο κρεβάτια και το ράντζο για τον μικρότερο της παρέας. Λατρεύω το ράντζο όμως και στέλνω τον μικρό να κοιμηθεί με τα κορίτσια στο διπλό κρεβάτι, γιατί θέλω να χοροπηδάω στις σούστες του. Εκτός από το τραμπολίνο γουστάρω και τον μακρύ, ψηλό διάδρομο που ενώνει τα δωμάτια, γιατί είναι καλυμένος με γυαλιστερή λαδομπογιά και μπορω να τον σκαρφαλώνω με γυμνά πόδια μέχρι το ταβάνι, αφήνωντας παντού σημάδια από τις ιδρωμένες μου πατούσες. Στην κοιποβεράντα έχει παιχνίδι με λάστιχο, μπάλα και επιτραπέζια που κερδίζω πάντα γιατί είμαι η μεγάλη, λέμε. Το απόγευμα με αφήνουν κιόλας να πάω μόνη μου στον Τσιχλιά, που είναι στην κεντρική αγορά της Κυψέλης, για να αγοράσω φέτα βαρελίσια για το κλασσικό βραδυνό που απαιτήσαμε εν χορώ, πατάτες τηγανητές καλλιόπης με φέτα. Έχω στην τσέπη κι ένα μικρό χαρτζιλίκι, ικανό για να κάνω μια λαθραία παράκμψη από το Γιαννάκη, που έχει το περίπτερο της γειτονιάς και να πάρω τσιχλόφουσκες και Μανίνα. Ο κύριος Γιαννάκης μου λέει να πω χαιρετισμούς στη μαμά και τον μπαμπά, αν δεν το ξεχάσω. Ο δρόμος μέχρι την αγορά είναι γεμάτος λουλούδια από τις τηλιές και μυρίζει σα γάμος. Στη μέση του δρόμου η κυρία Σαπφώ, η γειτόνισσα, με σταματά και με ρωτά κι αυτή για τη μαμά. Αμάν, δε θα φτάσω ποτέ. Χαζεύω και τις βιτρίνες των μαγαζιών, το βιβλιοπωλείο και τη μπουτίκ με τα ρούχα για μεγάλες. Θα πάω σπίτι και θα βάλω χαρτί τουαλέτας για μεμέ. Δε βλέπω την ώρα να αγοράσω κι εγώ σουτιέν. Στο μαγαζί με τα τυριά αγοράζω ένα κιλό φέτα και επιστρέφω στο γιαγιόσπιτο. Η εξώπορτα είναι πολύ βαριά, μαντεμένια με ωραία σχέδια και μια αλυσιδίτσα με αυτόματο σύρτη. Τη σπρώχνω με όλη μου τη δύναμή και μπαίνω μέσα στη δροσερή και μεγάλη είσοδο. Ανεβαίνω τρέχοντας τα σκαλιά και στέκομαι στο άδειο γραφειάκι μπροστά από την πόρτα του θυρωρού. Κοιτάω γύρω μου τα χρώματα. Οι τοίχοι είναι ζωγραφιστοί και παριστάνουν κόκκινο, γκρι και μουσταρδί μάρμαρο με λευκά νερά. Τρέχω μικρά δάχτυλα πάνω τους. Ανεβαίνω τρέχοντας την στριφογυριστή μαρμάρινη σκάλα μέχρι τον πάνω όροφο και μπαίνω από την πίσω πόρτα που βγάζει κατευθείαν στην κουζίνα. Η στρογγυλή μου Καλλιοπίτσα είναι σκυμένη πάνω από τηγάνι που αχνίζει και φτιάχνει τις καλύτερες πατάτες τηγανιτές του κόσμου. Της παραδίδω τη φέτα και τα ρέστα, ενώ μου τρέχουν τα σάλια. Τα παιδιά μαζευόμαστε σαν κοπάδι γύρω από το μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας με τα λιονταρίσια πόδια και καταβροχθίζουμε το λουκούλειο δείπνο. Στο τέλος, η γιαγιά που μόλις έχει γυρίσει απο τη συνηθισμένη της συνάντηση με τις φίλες της κυρίες, μου δίνει κέρματα για να πάρω τα μικρά ξαδέρφια μου στη Φωκίωνος Νέγρη για παγωτό, επειδή είμαι η μεγαλύτερη και πρέπει να τα προσέχω να μην περπατάνε στο δρόμο. Τη στιγμή που βγαίνουμε πιασμένοι όλοι από το χέρι, μπαίνει σπίτι φουριόζα η όμορφη Λία, η εικοσάχρονη κόρη της Καλλιόπης, με τα υπέροχα, γυαλιστερά μαλλιά σαν χαίτη αλόγου, να πει στη μαμά της οτι θα βγει με φίλους. Έχει ερθει επιςκεψη από τη Θεςςαλονίκη. Παει πανεπιςτήμιο εκεί. Κάθε φορά που τη βλέπω λιγώνομαι από την ομορφιά της και την κοιτάω σα χαζή και μετά ντρέπομαι. Θέλω να με πάρει μαζί της, με τους μεγάλους. Θέλω να της μοιάσω. Φοράει μια άσπρη κορδέλα στο κεφάλι της. Την είδα στη βιτρίνα του Γιαννάκη σε μακρόστενο διάφανο πλαστικό. Θα πάρω κι εγώ την ίδια. Όταν γυρίσουμε από το παγωτό θα πάω στο μικρό δωμάτιο να παίξουμε με τις ξαδέρφες μου μπάρμπι και να τις ντύσουμε με τα ρούχα που μου έφερε απο την Αμερική η θεία Ντόροθι σε βαλιτσάκι, που είναι ίδια με εκείνα που κόβω από τα ξένα περιοδικά και κολλάω στο πρόχειρό μου.
Το βράδυ θα περιμένω να κοιμηθούν όλοι, για να πάω κρυφά στο μεγάλο σαλόνι που απαγορεύεται για τα παιδιά και να δω κρυφά στην τηλεόραση ξένα. Στο μεγάλο σαλόνι μαζευόμαστε μόνο τις γιορτές, παιζουμε πιάνο, τραγουδάμε, γελάμε πολύ και κάνουμε πάλι φασαρία,  που αντηχεί σε όλη την πολυκατοικία από το μεγάλο κλιμακοστάσιο, όταν η πόρτα του σπιτιου μένει ανοιχτή για να ανεβοκατεβαίνουν τα φαγητά και εμείς τα παιδιά, που μας αρέσει να παίζουμε κάτω στην κεντρική είσοδο. Τώρα που το λέω, νομίζω οτι τις τελευταίες οικογενειακες γιορτές οι μεγάλοι ήταν πιο χαρούμενοι από πριν και γέλαγαν περισσότερο και πιο δυνατά με τα αστεία τους, σα μεθυσμένοι. Κάτι είχε να κάνει με τα πολιτικά και που τώρα δε φοβόμαστε να μιλάμε και είμαστε πάλι ελεύθεροι να λέμε ό,τι θέλουμε, γιατί έφυγαν εκείνοι και έχουμε δημοκρατία. Γύρισε και ο θείος Κώστας από την εξορία, αλλά αυτός τωρα είναι πιο σοβαρός από πριν. Το αντίθετο δηλαδή.

Είναι χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι μυρίζει μελομακάρονα, ντολμάδες, σούπα αυγολέμονο και πατάτες τηγανητές και δεν μπορώ να φανταστώ πουθενά καλύτερα για να κουρνιάσω.

(αφιερωμενο σ' εσένα Άλεξ, που έγινες μεγάλη πια, σήμερα)




Wednesday, July 01, 2015

Εγώ που σου μιλάω:

O εμφ_λιος που διάβαζες,
Πρώτα απ' όλα αρχίζει να γράφεται
Με γιώτα και διαλυτικά.
Μετά διασπάται σε ύψιλον
-εκεί χωρίζει ο δρόμος αριστερα/δεξιά-
Και στο τέλος παίρνει Ήττα Κεφαλαία, 
Κάγκελο, με σένα πίσω να παρακαλας 
για ενα πιάτο ουρανό.



diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna