Sunday, June 21, 2015

penitenza



Ξύπνησα ασθμαίνοντας κατόπιν μαραθώνιου ίπτιου στον ιδρώτα της αγωνίας μου, από ένα απ' αυτά τα όνειρα που κολυμπάνε μέσα σε άλλο όνειρο και συγκοινωνούν με μια κάποια σου αλήθεια. Ούρλιαζα εκκωφαντικά στη σιωπή του ύπνου. Δεν μπορείς να πεθάνεις! Δεν σου έχω δώσει κανένα τέτοιο δικαίωμα! Ο φόβος και ο θυμός, δίδυμα αδέρφια, ομοζυγωτικά. Με το που σηκώθηκα σε πήρα τηλέφωνο, για να σιγουρευτώ ότι ζεις. Μετά από πολλή ώρα το σήκωσες επιτέλους και μου είπες ότι είσαι ερωτευμένος με την ιδέα μιας κάποιας, δωσμένης σε άλλη πραγματικότητα και άλλο εραστή. Διαφορετικός θάνατος αυτός. Με σφυγμό. Στα όρθια και χωρίς ύπνο. Με συνειδητά ξενύχτια και πολύ αλκοόλ. Σου ευχήθηκα καλή τύχη και επεσήμανα να προσέχεις όταν οδηγείς μεθυσμένος, γιατί αλλιώς θα έρθω να σε σκοτώσω εγώ, με τα ίδια μου τα χέρια. Το σπίτι είχε στενέψει επικίνδυνα από το προηγούμενο βράδυ. Στα τέσσερα και με προσπάθεια μη σφηνώσω στο διάδρομο, πήγα στην κουζίνα του μπαρμπόσπιτου, αλλά στο ψυγείο δεν βρήκα κάτι που να λέει 'πιες με' για να συρρικνωθώ στα μέτρα του. Με το κεφάλι σκυμμένο, για να μην κουτουλήσω στο ταβάνι, φόρεσα σταυρωτά την τσάντα μου σα φαρέτρα και πήρα τους δρόμους.
Η χθεσινή καταιγίδα είχε καθαρίσει τα βρώμικα πεζοδρόμια από τα περιττώματα των σκύλων, που κανένας δε μαζεύει και η ατμόσφαιρα ήταν εκτυφλωτικά τρισδιάστατη, καθώς και τα χρώματα. Το όλο θέαμα έδρασε στα μάτια μου σαν κολλύριο. Οι άλλοι, όπως πάντα, βιαστικοί, φωνακλάδες και αγενείς πλημμύριζαν τα πλακόστρωτα σοκάκια με τα αναγεννησιακά κτίρια, τις λουλουδιασμένες βεράντες, τα μπαρόκ φορούσια, τα άγερωχα ρωμαϊκά πεύκα, το ποτάμι με τις αψιδωτές γέφυρες, τις ανοιχτές, πολύχρωμες αγορές, τις στρογγυλές πλατείες με τους μαρμάρινους Τρίτωνες και τα γλυπτά συντριβάνια, τους ανοιχτούς δρόμους με τους πρασινισμένους θόλους από φυλλωσιές, τους τοίχους σε κάθε δυνατή γήινη απόχρωση και τα σταυροδρόμια με τις αναγεννησιακές μαντόνες. Via della Penitenza αριστερά, προς το πουργατόριο μιας αέναης, επίπονης ομορφιάς. Στο φανάρι, ένας οδηγός με καμπριολέ mini cooper σπινάρει πετώντας μου τα νερά του χθεσινου κατακλυσμού στα μούτρα. Για αποζημίωση πήγα στο παζάρι της επόμενης πλατείας και μου αγόρασα ένα βραχιόλι με αμέθυστους για 20 ευρώ, αντίδοτο στη μέθη που επιβάλλει στους κοινούς θνητούς η ομορφότερης πόλη του κόσμου. Λίγο πιο κάτω, ένα ποτήρι κρασί κάτω από μια περικοκλάδα που σκαρφαλώνει επίμονα κι επιτυχώς σε αιώνιο τοίχο κι ακριβώς απέναντι, μια δαντελένια καγκελόπορτα προπολεμικής αισθητικής να προστατεύει αδιάκοπα κάποιο παραδεισένιο κήπο. Σημασία έχει ότι ζεις. Κι εγώ. Εσύ εκεί κι εγώ εδω. Ακόμα. 

diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna