Friday, September 19, 2014

Ιουλία και Βαγγέλης


Kαλοβαλμένη, με αριστοκρατική φινέτσα, γύρω στα εξήνταπέντε. Με ελαφρύ μεηκάπ και προσεγμένο χτένισμα. Το πρόσωπό της διατηρεί ακόμα λίγο από το φως της εκθαμβωτικής ομορφιάς που πρέπει να ακτινοβολούσε στα νιάτα της. Μαζί της, δύο νέες γυναίκες γύρω στα τριάντα, που θάλεγες σε πρώτη ανάγνωση ότι είναι οι κόρες της. Η μία είναι απορροφημένη από το κινητό της, ενώ η άλλη μιλά στη γυναίκα με αφάνταστη γλυκύτητα κοιτώντας την στα μάτια που εστίαζουν ανέκφραστα κάπου στο βάθος του υποβλητικού σκηνικού της λίμνης. Τα χέρια της κυρίας είναι ακουμπισμένα πάνω στα μπράτσα της καρέκλας και τα πόδια της είναι ενωμένα. Με το αριστοκρατικό vintage καφτάνι της που θυμίζει μιαν άλλη εποχή και την ακίνητη συμμετρία του κορμιού της η παρουσία της παραπέμπει σε αιγυπτιακό άγαλμα. Η κοπέλα συνεχίζει να της μιλά τρυφερά και κάποια στιγμή της χαίδεύει το πρόσωπο απαλά, σα να θέλει να της σκουπίσει κάποιες σταγόνες ιδρώτα. Η γυναίκα δεν αντιδρά και πάλι, ενώ συνεχίζει να έχει το βλέμμα μακριά, ίσως τόσο μακριά, όσο μια άλλη ζωή, ένα κάποτε παρά ένα κάπου. Σα να ψάχνει να βρει τον ζωντανό της εαυτό, πριν από εκείνο το βράδυ που όλα πάγωσαν από ένα βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Από τότε, φορά ένα σώμα-σκάφανδρο που ζυγίζει έναν τόνο και δεν μπορεί να ορίσει, ενόσω μπροστά απο τα μάτια της περνάνε λούπες οι αναμνήσεις, συγκεχυμένες εικόνες από πρόσωπα και σκηνές που είχε ζήσει, σε παρελθόντα χρόνο, ανεπιστρεπτί. Η Ιουλία είναι μια μαρμαρωμένη βασίλισσα. Οι δύο κοπέλες που τη συνοδεύουν είναι οι γυναίκες που προσέλαβε ο γιος της για να την προσέχουν τώρα που είναι ανήμπορη. Τις πληρώνει με τα χρήματα που διαχειρίζεται από τον τραπεζικό λογαριασμό της μάνας του και του μακαρίτη του πατέρα του. Πληρώνει και κομμώτρια που της την στέλνει μια φορά το μήνα στο σπίτι της, να της φτιάχνει τα μαλλιά και τα νύχια, για να μην τη δει αφημένη ποτέ και του ξυπνήσουν οι ενοχές. Η Ιουλία ήταν μάνα, σύζυγος και φιλόλογος και τώρα είναι μια γυναίκα θαμμένη ζωντανή σε τάφο φτιαγμένο από την ίδια της τη σάρκα. Όσο κι αν προσπαθεί να φωνάξει κανένας δεν μπορεί να την ακούσει και να καταλάβει οτι είναι ακόμα εκεί. Έχει μεγάλο θυμό, αγωνία και πανικό, αλλά το εγκεφαλικό την τιμώρησε με το να μην μπορεί ούτε καν να αντιδράσει.  Η Ιούλία ήταν πάντα αξιοπρεπής και δεν είχε ενοχλήσει ποτέ κανέναν. Τώρα, η μόνη της εμπειρία είναι η συνεχής προσβολή κατά της αξιοπρέπειάς της. Αν δεν είχε κάποια χρήματα και ο γιος της δεν είχε τύψεις, ίσως να ήταν τυχερή και να μην είχε επιζήσει.

Κάθεται με το πούρο του και το βρεγμένο του μαγιό Villebrequain, κάνοντας σήμα στο γκαρσόνι. Πείνασε μετά από τη βουτιά. Είναι γύρω στα πενηνταπέντε και έχει παχύνει. Πρέπει να αρχίσει να προσέχει, αλλά από αύριο. "Ένα κλαμπ σάντουιτς για μένα και ένα ούζο", δίνει παραγγελία στον νεαρό με τον δίσκο. Μέχρι να έρθουν, παίρνει χοντρές, χορταστικές ρουφηξιές από το Cohiba του, χωρίς να αναρωτηθεί αν ενοχλεί τους γύρω του. Μαζί του είναι μια λαϊκή τριαντάρα με μικροσκοπικό μπικίνι, Rolex και ντηζάινερ γυαλιά ηλίου, που πίνει νωχελικά το φρέντο της χαζεύοντας κάπου στο βάθος της ήρεμης λίμνης. Η δεσποσύνη αποφεύγει να κοιτάξει το δράκο που είναι αναπαυτικά θρονιασμένος δίπλα της, με τα καπνισμένα ρουθούνια και τη χοντρή κοιλιά. Θα τον αντιμετωπίσει το βράδυ, μια και καλή. Ας όψονται τα ψώνια. Όχι τα ζωντανά, εκείνα του Golden Hall. Γιατί ο Βαγγέλης είναι εκατομμυριούχος με σπίτι στην Εκάλη και δεκάδες άλλα στην Πολιτεία, την Νέα Ερυθραία, το Ψυχικό. Ήταν βλέπεις εργολάβος που με την κρίση το γύρισε σε τοκογλύφος και κοράκι, πήρε για ένα κομμάτι ψωμί τα σπίτια των νοικοκυραίων που δεν μπορούσαν να τα κρατήσουν λόγω φόρων και για να μην τους πληρώνει ο ίδιος ανέθεσε σε ειδικούς σεφ να μαγειρεύουν τα φορολογικά του, για να του βγαίνει μηδενικό εκκαθαριστικό τους οποίους φυσικά ανταμοίβει πλουσιοπάροχα (καμια σχέση με αυτά που θα έπρεπε να πληρώνει κανονικά) και έτσι έχει το κεφάλι του ήσυχο. Έχει και off shore για τα ακίνητά του. Ο Βαγγέλης ήταν από φτωχική γειτονιά και παιδί της πιάτσας. Θεωρεί θύματα όσους πάνε με τον σταυρό στο χέρι, αλλά του άρέσει να φορά έναν χρυσό στο δασύτριχο στήθος του.
Η κοπέλα που φροντίζει την Ιουλία σηκώνεται από την καρέκλα της και πλησιάζει τον Βαγγέλη και τη συνοδό του που είναι εγκαταστημένοι στο διπλανό τραπέζι. "Με συγχωρείτε, αλλά μπορείτε να σβήσετε το πούρο σας; Ξέρετε, είναι ασθενής η κυρία δίπλα", λέει ευγενικά. Ο Βαγγέλης γυρνά, την κοιτάζει από πάνω ως κάτω με ύφος υποτιμητικό και απαντά " Εδώ είναι υπαίθριος χώρος. Δε λέει πουθενά ότι απαγορεύεται το κάπνισμα. Αν ενοχλεί το πούρο μπορείτε να μετακινηθείτε". Ο Βαγγέλης έχει δίκιο. Δεν απαγορεύεται. Δεν το γράφει πουθενά.

Ο Βαγγέλης, η Ιουλία και οι τρεις χάριτες που τους συνοδεύουν χαζεύουν ταυτόχρονα το σκηνικό, πέρα στο βάθος της λίμνης, σα να παρακολουθούν το ίδιο αθέατο έργο. Ο Βαγγέλης καπνίζοντας το πούρο του και κάνοντας νοητούς υπολογισμούς, η Ιουλία λογιζόμενη φαντάσματα και οι κοπέλες μετρώντας τα λεπτά, μέχρι να περάσει η ώρα. Κι όλα αυτά με μουσική υπόκρουση το "los manolos" του Boccherini, που μεταδίδεται από τα ηχεία των εγκαταστάσεων του πολιτισμένου θερέτρου της Βουλιαγμένης.

diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna