Thursday, August 21, 2014

Hockney zen

One-three-five-seven,
All odds with the man reading a book
Under the weathered wooden pergola,
His presence getting bigger as the swimmer gets closer,
Until she can notice his pursing lips 
- sign of intense concentration-
And can read the title on the cover of his book.
Two-four-six-eight,
All evens colored in red, yellow and subtle purple 
Topping blond stalks that dance under frowning skies,
At the music of a dusky breeze,
Until they resemble the hair of a young girl
Who is flirting with the prospects of ripe summer.
Tiles, water and breathing being fleeting blue and fluttering.

Wednesday, August 20, 2014

toys


This is your legacy. Take it. You have no choice, anyway. She said that as she was handing the boy the worn out suitcase. The little hands embraced reluctantly the torn handles of the heavy load. The luggage fell on the ground making a 'stomp' sound as it touched the stoned pavement. The zipper across its cheap heavy-duty fabric had opened in a tiny smirky, ironic smile, predisposing the taker about the inheritance carried in the belly of the suitcase. The child is too young. He should not attend or open unattended, strange suitcases (he remembers hearing this from some airport speakers). He is too weak, he can't carry heavy burdens (his late father always took weight off his back-pack to protect his tender spine). He is obliged to do both now, being the sole heir in extraneous circumstances like this pacific war of militant peace, where boys are forced to be men and men are feared to be boys. Bewitched by the moment, he turns around to ask for help by the elder, but she is no longer there. She passed the burden on and then passed away, disgusted by this passive role she has been assuming ad nauseam for millennia. The boy wants toys. Toys in transparent packaging, shiny and new and in bright colored plastic made in China. The luggage is old, packaging its content in bleak austerity and hiding it in darkness. Fear comes first. Always. Curiosity takes over fear. Always. Tiny fingers slip the zipper open. Old metal goes zip-zip-zip, like a rusty toy train. Now the suitcase laughs. Top is opened by two small hands. Now suitcase has mouth open and looks hungry for the boy's innocence. Its insides are revealed. The Little Prince, St. James Bible, a yellowed photograph of couple, a pencil, an avocado and a grenade. Playtime.
Clue: you either attack, or you are under it.

Wednesday, August 06, 2014

Ανάθεση

- Θελω να μου φτιαξεις ενα πινακα. Θελω πορτοκαλί, εκείνο το πορτοκαλί του ηλιοβασιλέματος και οπωσδήποτε θαλασσα. Αλλα να ξεκιναει σπο κάπου. Κατάλαβες, να έχει κάποιο βράχο, κάποιο καράβι, θα το συζητήσουμε. Θα πληρώσω εσένα. Γιατί να πληρώσω κάποιον άλλον;
- Ε, βέβαια, εγώ θα στον φτιάξω. Ό,τι θες θα σου φτιάξω, αφού έχεις δει τους πίνακές μου. Θα είναι πολύ ωραίος για το σαλόνι σου. τα χρώματα θα τα διαλέξουμε μαζί. Θα βάλω μια βάρκα σε πρώτο πλάνο και πίσω θα είναι το ηλιοβασίλεμα. Θα σου αρέσει πολύ. Και στην τιμή θα τα βρούμε.
Η λίμνη ήταν γεμάτη εκείνο το πρωινό. Παρέες έπιναν καφέ κάτω από τις ομπρέλες, ηλικιωμένοι κολυμπούσαν στα χλιαρά νερά. Το τοπίο, αρχέγονα επιβλητικό υπογράμιζε την περατότητα της μικρής ύπαρξης ημών των ράθυμων λουομένων. Τα γκαρσόνια πηγαινοέρχονταν για τις παραγγελίες και ο ναυαγοσώστης διέσχιζε το ξύλινο κατάστρωμα, κάνοντας την ημερομίσθια περιπολία του. Κάποια στιγμή μια γηραιά κυρία αισθάνθηκε αδιαθεσία και κόσμοας μαζεύτηκε γύρω της. Ο ναυαγοσώστης κάλεσε το γιατρό του συγκροτήματος για βοήθεια. Ο εν λόγω ειδικός βάρδιας εμφανίστηκε αμέσως με ένα αναπηρικό καροτσάκι και απέσυρε την ασθενή από την περιοχή. Ο παγωμένος καφές είχε ήδη παραδοθεί στον εναγκαλισμό του θερμόπληκτου μεσημεριού. Η παρέα στο διπλανό τραπέζι με τις εικαστικές ανησηχίες άλλαξε συζήτηση με θέμα που δεν προκαλούσε πλέον ενδιαφέρον και έτσι οι φωνές τους αντικαταστάθηκαν από την εξίσου μονότονη, λιγκετική συμφωνία των τζιτζικιών της καλοκαιρινής τους παράστασης.
Όλο το σκηνικό, με τα βράχια, τους κολυμβητές και τους παραδομένους ανακλινόμενους στον αδιάκριτα διαπεραστικό ήλιο ήταν πίνακας, παραγγελία από βαθύπλουτη ηλικιωμένη βαρώνη του βορρά, έγκλειστη σε πύργο της Σαξονίας, με εκτάρια υπέροχων ροδόκηπων βουτηγμένα στην αμείλικτη ομίχλη μιας απόκοσμης και θαμπής γεωγραφίας, σαν μάτι με καταρράκτη.

diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna