Monday, May 26, 2014



ουρανέ, μην ξεχνάς τα λουλούδια σου.

Thursday, May 22, 2014

Ξενία και Ξένια

Αυτό το σπίτι του ονείρου της, κάποτε το κατοικούσε σίγουρα. Τα παγωμένα χερούλια τα είχε αγκαλιάσει πολλές φορές με ζεστά δάχτυλα, ενεργοποιώντας την αψή μυρωδιά του μπρούτζου και είχε ανοίξει ξανά και ξανά τις ηλικιωμένες πόρτες με τα τζάμια τα θολά σα μάτια με καταρράκτη. Είχε ακούσει ξανά και ξανά την ίδια και απαράλλακτη, γέρικη γκρίνια τους. Αναγνώρισε αμέσως τη μυρωδιά των σωθικών του, τη μοναδική και ανεπανάληπτη που έχει το κάθε σπίτι όταν είναι ζωντανό. Εισέπνευσε βαθιά και μύρισε τις μνήμες. Εκπνοή, και οι μνήμες λουλούδιασαν το χώρο με εικόνες από άλλους χρόνους. Αυτό το σπίτι, αναμφίβολα ζει κάπου. Όταν τα σπίτια πεθαίνουν μυρίζουν όλα την ίδια γκρίζοπράσινη εγκατάληψη. Εδώ ήταν αλλιώς. Δεν σάστισε καθόλου με τις μουσικές των τοίχων και τις συγχορδίες των πατωμάτων, της ήταν όλα -θα το πω- οικεία. Αυτό το σπίτι το γερασμένο, είναι ζωντανό ακόμα. Υπάρχει και είναι δικό της. Μπορεί και να το κατοικεί ακόμα σε ένα παράλληλο σύμπαν στο οποίο ξεγλυστρά για λίγο κάποιες φορές μέσα στον ύπνο της, οικοδέσποινα στα όνειρά της.
Για την ακρίβεια, αυτή ήταν η τέταρτη φορά που έβλεπε το ίδιο όνειρο. Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ένιωσε εκείνο το 'που βρίσκομαι τώρα;' του αποπροσανατολισμού που συνοδεύει πάντα τη ανώμαλη προσγείωση στην πραγματικότητα. Στο κομοδίνο ήταν πεταμένα τα χάπια της κι ένα άδειο ποτήρι κρασί. Το στόμα της το ένιωθε σαν να είναι γεμάτο κόλλα και ροκανίδια και το μπουκάλι με το νερό που βρήκε χθες βράδυ στο ψυγειάκι του δωματίου, διαπίστωσε ότι ήταν άδειο και πεταμένο στο πάτωμα. Η ατμόσφαιρα λόγω κεντρικού κλιματιστικού ήταν ενοχλητικά ξηρή. Από το διπλανό δωμάτιο ακουγόταν ένας θόρυβος σαν ηλεκτρική σκούπα που όλο σταματούσε για λίγο και μετά ξανάρχιζε. Κοίταξε το ρολόι της, 7:15 πμ. Υπέθεσε ότι πρόκειται για πιστολάκι μαλλιών. Κάποιος που βιάζεται να αδράξει τη μέρα, ή που δε βλέπει την ώρα να ξεφορτωθεί τη νύχτα. Ήταν πολύ νωρίς για την καθημερινή επίσκεψη της καθαρίστριας.
Πόσο σιχαίνεται τα κοινόχρηστα σεντόνια κι ας τα σιδερώνουν στην πρέσα και ας τα αλλάζουν κάθε μέρα. Η ιδέα και μόνο της είναι αποκρουστική, ενώ το αναπόφευκτο του θέματος την κάνει αποκρουστικότερη.
Κι έτσι όπως τα σκεφτόταν όλα αυτά, με μια οικεία αηδία στο στόμα, ξύπνησε εκείνη τη μερα στο σπίτι σου.






Wednesday, May 21, 2014

τζιζ-σποτ

(Αν και αυτό το ιστολόγιον είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στις ευγενείς τέχνες και την καλύτερη δυνατή από μέρους μου εκπροσώπησή τους, έρχεται κάποια φορά που παρεκτρέπεται ελέω γεγονότων της μιαρής μας καθημερινότητας και εκπίπτει στο επίπεδο της συνηγορίας υπέρ των αυτονόητων. Αυτή η ανάρτηση είναι μία εξ' αυτών)

Αγαπητέ  (χωρίς μ) φίλε,

διάβασα τη θερμή υπεράσπισή σου για το διαφημιστικό σποτάκι του Ποταμιού, αποκαλώντας όσους το βρήκαν σεξιστικό η αναγνώρισαν σε αυτό σεξουαλικά υπονοούμενα, ελλειμματικούς στον έρωτα. Η προσπάθειά σου ήταν φιλότιμη, τωόντι, αλλά δυστυχώς μπλέκει τη Ραπουντσέλ με τις Βιλέντα και ως καλή νοικοκυρά ένιωσα την ανάγκη να τις διαχωρίσω, όσο μπορώ.


Κατ' αρχάς, η πονηρή και ταυτόχρονα αθώα συσχέτιση της κάλπης με τον κόλπο είναι τόσο χονδροκομένη που όποιος επιμένει ότι το σποτάκι δεν παραπέμπει στην πράξη του έρωτα, καλείται επειγώντος να εξετάσει τις συνάψεις του εγκεφάλου του, οι οποίες ευθύνονται για τη συνειρμική σκέψη. Ενδέχεται να τις έχει κάψει όλες στο φούρνο μικροκυμάτων του i-phone του. 
Από την άλλη μεριά, μόνο και μόνο η απόπειρα πρόκλησης αυτού του συνειρμού στο κοινό από κάποιον, υπαινίσσεται τη συχνότητα των δικών του ερωτικών περιπετειών (κάθε 4 χρόνια:).

Επίσης, αν δεν ήταν καθόλου σεξιστικό όπως υποστηρίζεις, τότε θα έβαζε ο αναπαραγάγων την αρχική ιδέα -όπως έκανε κι ο ευαγγελιστής της ισότητας Πούτιν- και έναν άνδρα να περιγράφει την εμπειρία του, όχι μόνο δύο γυναίκες. Αυτό θα ήταν δίκαιο και θα ενέπνεε την ισότητα των φύλων. 


Occam's razor: Τα πράγματα είναι πολύ απλά, το σποτάκι είναι το ίδιο ακαλαίσθητο και αποτυχημένο όσο και το αστειάκι του Πάγκαλου για το μπικίνι της Δούρου. 


Επίσης, εκτός από κακόγουστο δεν είναι καν πρωτότυπη ιδέα. Έχει ξαναπαιχτεί. Οπότε δε μου δίνει ούτε την ευκαιρία να του δώσω ελαφρυντικό χάριν δημιουργικού οίστρου. 


Η απογοήτευσή μου δεν αφορά το σποτάκι μεμονωμένα. Σιγά μην ασχολιόμουν με ένα σποτάκι. Εδώ δεν έπεσα στην κατάθλιψη με τα πρίτι μπρα! (τώρα που το ξανασκέφτομαι βέβαια, δεν είναι καθόλου ανώδυνο το πρίτι μπρα για την ηθική της αισθητική μας). Είναι απογοητευτικό, γιατί μου χαλάει συνέχεια το τοπίο με τις πιθανές εναλλακτικές και χωρίς αυτές απελπίζομαι. Μου τρίβει στα μούτρα προχειρότητα, τσαπατσουλιά και εξυπνακισμό χωρίς σκέψη, που πάντα αποτελεί κακό οιωνό και προμηνύει μια από τα ίδια. 

Μετά βέβαια άκουσα που έδωσε την υποστήριξή της η δημάρ για τις απόμενες δημοτικές του Πειραιά και συνήλθα. 

Κινσάσα-Αθήνα-Βρυξέλλες


Ο Καμίλ γεννήθηκε στο Κονγκό. Είναι μειοψηφικός Χριστιανός. Σπούδασε γιατρός και εργάστηκε για λίγο σε νοσοκομείο, όπου και γνώρισε τη γυναίκα του Ελοντί, νοσοκόμα χειρουργείου. Αγαπήθηκαν παντρεύτηκαν, κυνηγήθηκαν και αυτοεξορίστηκαν ως απειλούμενη μειοψηφία. Από ανάγκη επιβίωσης αποφάσισαν να κάνουν το μεγάλο ταξίδι προς την καλύτερη ζωή και τα εύφορα λιβάδια της Ευρώπης.  Τελικός προορισμός φυσικά, το Βέλγιο. Ήταν από τους τυχερούς που τα κατάφεραν να διασχίσουν τη Μεσόγειο και να καταλήξουν σε πρώτη φάση, στην Ελλάδα. Εκεί τουλάχιστον δεν τους κυνηγούσαν, για να τους σκοτώσουν, όπως στο Κονγκό.
Στην αρχή δεν είχαν ούτε να φάνε, ούτε που να μείνουν και έκαναν βόλτες πάνω κάτω στο λιμάνι, μέχρι να καταφέρουν να συναντήσουν την ‘επαφή’ τους, έναν συμπατριώτη που ήταν ήδη ένα χρόνο εδώ και δούλευε κηπουρός σε σπίτι. Ήταν τυχεροί και πάλι. Ο φίλος φίλου ονόματι Kλώντ τους συνέστησε σε κάτι φίλους φίλου του αφεντικού του, που είχαν ένα μεγάλο κτήμα στο Καπανδρίτι. Έπεσαν στην ιδανική περίπτωση. Τζακπότ ξανά. Ήταν εξαιρετικοί άνθρωποι και ζητούσαν ένα ζευγάρι σαν κι αυτούς, για να μείνει σε δικό του μικρό σπιτάκι και να φροντίζει το κτήμα και το μεγάλο σπίτι. Παράδεισος. Όλα καλά πήγαιναν για τον Καμίλ και την Ελοντί. Τους είχε βγει σε καλό η εξορία. Δούλευαν σε ένα υπέροχο περιβάλλον, έκαναν και οικονομίες για το Βέλγιο. Σε ένα χρόνο απέκτησαν και μια κόρη. Η ξαδέρφη της Ελοντί δούλευε νόμιμα στις Βρυξέλλες και εκεί ήθελαν μια μέρα να καταλήξουν και εκείνοι, πρώτα ο Θεός. Θα έφευγε αρχικά η Ελοντί με την κόρη της και τα χαρτιά της ξαδέρφης της και της δικής της κόρης και μετά θα ακολουθούσε ο Καμίλ.
Μετά από πολλές μεθοδεύσεις και έξοδα, οι γυναίκες τα κατάφεραν και κατέληξαν στις Βρυξέλλες. Ο Καμίλ βρήκε πολλές δυσκολίες όμως, για να βρει χαρτιά. Ήταν αδύνατο να ταξιδέψει νόμιμα και έπρεπε να βρεθεί άλλη οδός. Πέρασαν τρία χρόνια στο ψάξιμο. Ο Καμίλ επιστάτης του κτήματος να προσπαθεί να βρει λύση στην Ελλάδα και η Ελοντί με καρκίνο στο στήθος και μετάσταση στους πνεύμονες στα 32, να κάνει χημειοθεραπείες στο Βέλγιο. Η ξαδέρφη της είχε ήδη γυρίσει πίσω στο Κονγκό, για να φροντίσει τα μικρά της αδέρφια μια και τους γονείς της τους σκότωσαν οι αντάρτες και έτσι η Ελοντί, μόνη πια στην ξένη χώρα, με ένα παιδί χωρίς χαρτιά δεν είχε δικαίωμα ούτε να πεθάνει. Ο Καμίλ στην απελπισία του, απευθύνθηκε για βοήθεια σε ΜΚΟ και τις οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα της Αθήνας και παρακάλεσε κλαίγοντας, πάντα με τις αξονικές της γυναίκας του στο χέρι. Δεν κατάφερε τίποτα. Έπρεπε να περιμένει τη σειρά του. Υπάρχουν διαδικασίες και πρωτόκολλα. Μετά την απελπισία, σειρά είχε η απόγνωση. Πήγε σε ‘ειδικό’ και αγόρασε κλεμμένο διαβατήριο Βελγίου, έφτιαξε βαλίτσα, ευχαρίστησε την οικογένεια που τον φρόντισε τόσα χρόνια και πήγε στο αεροδρόμιο. Η Ελοντί δεν είχε πλέον άλλο καιρό να περιμένει. Γιατρός είναι και ήξερε καλά από αυτά. Στον έλεγχο διαβατηρίων πέρασε μια χαρά και με την ψυχή στα δόντια. Πήγε στην πύλη του φυσώντας και ξεφυσώντας και περίμενε να ανακοινωθεί η επιβίβαση της πτήσης για τις Βρυξέλλες. Δύο αστυνομικοί του αεροδρομίου τον πλησίασαν (ήταν ο μόνος έγχρωμος στην αίθουσα) και του ζήτησαν τα χαρτιά του. Τα έδειξε.
Αφού για λίγο τσακώθηκαν μεταξύ τους αν είναι ή δεν είναι αυτός της φωτογραφίας, του έκαναν νόημα να τους ακολουθήσει. Ο Καμίλ άρχισε να μουδιάζει παντού. Τον πήγαν σε μια αίθουσα όπου τον έβγαλαν φωτογραφία και μετά τη μεγέθυναν σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, για να δουν αν πράγματι είναι δικό του το διαβατήριο. Φυσικά, δεν ήταν. Του είπαν ότι έχουν ειδικές οδηγίες από την ευρωπαϊκή ένωση να μην αφήνουν κανέναν να περνάει τα σύνορα και στη συνέχεια τον διέταξαν να σηκωθεί να φύγει. Οδηγίες δεν είχαν να πάρουν το όνομά του, ή να τον κρατήσουν. Ήταν ελεύθερος να φύγει, αρκεί να μην πήγαινε στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Ο Καμίλ είναι εδώ ακόμα και περιμένει να πεθάνει η Ελοντί και να μείνει η κόρη του ορφανή οπότε και θα την αναλάβει κάποια κοινωνική υπηρεσία στο Βέλγιο. Η αίτησή του για ανθρωπιστική βοήθεια προωθείται. Έχει αριθμό πρωτοκόλλου 5.867. Βλέπεις, όλες οι περιπτώσεις είναι εξαιρετικές και στην Ευρώπη δε γίνονται διακρίσεις, ούτε παρακάμπτονται οι ουρές.
από το arriton 

Tuesday, May 13, 2014




Πολλά είναι αυτά που δεν ανοίγουν την πόρτα στον κύριο 
Θάνατο.
Το σκάνε από το παράθυρο και τον χαζεύουν εκ του 
μακρόθεν,
λάθροι θεατές να μασουλάνε αθέατοι μαλλί της 
γριάς.
Μια νίκη γαρνιρισμένη με αμαρτία που λιώνει στο στόμα. 
Δηλαδή,
όσο καλύτερη γεύση θα αποκτήσει ποτέ αυή η ζωή.
Σφράγισέ το
τώρα αυτό με μια μουτζούρα από ροζ ανεξίτηλο 
μαρκαδόρο 
που κουβαλάνε τα δάχτυλα παιδιών με μεγάλα χαμόγελα, 
καθώς 
ψαχουλεύουν στα κρυφά με αδίστακτη περιέργεια τα καλά
φυλαγμένα 
τραπεζομάντηλα που κέντησε στο χέρι για την προίκα της η 
γιαγιά.


                                                    >>>***(()))***<<<



Those who refuse to answer the door to mr. Death
sneak out 
unoticed from the window and make fun of him behind his back 
from afar,
while he waits in his 60's polyester suit and snakeskin cowboy 
boots.
As if they were bootleggers streaming online the latest 
blockbuster
and nibbling on sweet sticky cotton candy, at the same time. 
A victory
on top of a sin that melts in the mouth, aka. as delicious as 
life 
ever gets. Seal this with the pink smudge from permanent 
marker
that is carried on the colorful fingers of children with huge
smiles, 
who are secretly poking through the unused handmade
linen 
tablecloths of their grandmother's wedding collection. 

Friday, May 09, 2014

opus 137


Μπήκα στο ταξί και σάστισα. Αντί να ακούσω Βουλή, λαϊκά ή κάποια ακόμα ανόητη πολιτική ανάλυση από τους ίδιους εκείνους που μονοπωλούν τα ερτζιανά, άκουσα υπέροχη κλασσική μουσική δωματίου.
- Πανόρμου παρακαλώ, στάση μετρό.
- Μάλιστα.
- Ακούτε τρίτο; Δεν άντεξα.
- Κάθε μέρα, από τότε που ξανάνοιξε. Σήμερα έχει αφιέρωμα στον Μπετόβεν. Ακούμε τo κουαρτέτο opus 137. Είναι υπέροχο. Από τα πιο αγαπημένα μου.
- Πράγματι. Αγαπώ πολύ και τα κουαρτέτα του Σούμπερτ και το τελευταίο του κουιντέτο είναι συγκλονιστικό. Αριστούργημα! 
- Πάλευε με τη σύφιλη τότε ο καημένος, είχε υπαρξιακό angst και η μουσική του το περιγράφει απόλυτα. Πέθανε πολύ νωρίς, όπως κι ο Μότσαρτ.
- Τι θα έγραφε ο Μότσαρτ άραγε αν ζούσε όσο ο Μπετόβεν…
- Τον Τριστάνο!, είπε χαριτολογώντας. Ξέρετε, ο Σαλιέρι εκτός άλλων ανακάλυψε τον Σούμπερτ και του έκανε αφιλοκερδώς μαθήματα. Ο Σούμπερτ θαύμαζε πάντως τον Μπετόβεν, που ήταν επίσης μαθητής του Σαλιέρι. Ο Σαλιέρι ήταν καλός άνθρωπος, από ό,τι φαίνεται. Τον αδίκησε πολύ η ταινία. Φυσικά και δεν ήταν αυτός που ζήτησε από τον Μότσαρτ να γράψει το Ρέκβιεμ για να το οικειοποιηθεί. Είναι γνωστό ότι ήταν άλλος εκείνος που τα έκανε αυτά τότε και μάλιστα τον ξεμπρόστιασε η γυναίκα του Μότσαρτ, όταν πήγε να το παρουσιάσει ως δικό του. Ο Σαλιέρι ήταν μέτριος μουσικός και σημαντικό κομμάτι της καθεστηκύιας τάξης, αλλά αδικήθηκε πολύ από τη χρονική συγκυρία. Να είναι σύγχρονός με ιερά 'τέρατα', δηλαδή. Γκαντεμιά.
- Το ρέκβιεμ του Μότσαρτ είναι το αγαπημένο μου!
Αυτό το είπα μάλλον αμήχανα. Δεν ήξερα τι άλλο να σχολιάσω.
- Τα ύστερα του Μότσαρτ είναι πολύ ώριμα έργα, με απαύγασμα το Ρέκβιεμ. Πολλά ρέκβιεμ είναι σημαντικά, όπως του Μπερλιόζ ας πούμε, αλλά του Μότσαρτ είναι μόνο του εκεί πάνω.  Ακούτε κλασσική καιρό; 
- Από μικρή στο σπίτι, άκουγαν οι δικοί μου τους ρομαντικούς πολύ. Με την κλασσική έχω σχέση πάρα πολύ τα τελευταία χρόνια. Είχα καλό δάσκαλο… Εσείς πάντως ασχολείστε με την κλασσική μουσική πολύ περισότερο από μένα. Παίζετε κάποιο όργανο;
- Σπούδασα σύνθεση. Γράφω νότες.
- Συνθέτετε κλασική μουσική;
- Μάλιστα. Γράφω και σύγχρονη. Δε θα σας άρεσε.
- Μα, τι λέτε. Ακούω και σύγχρονη. Λίγκετι, Σνίτκε, Μπρίτεν, Περτ.
- Αναφέρατε τρεις από τους δικούς μου αγαπημένους. Ο Λίγκετι και Σνίκε είδικά για μένα. Ο Πέρτ είναι λίγο καταθλιπτικός για τα γούστα μου. Μελοποιώ και ποίηση. Η Νέζη, η μέτζο σοπράνο, δεν ξέρω αν τη γνωρίζετε, έχει ερμηνεύσει μελοποιημένο Καβάφη δικό μου, στο Ωδείο του Νάκα. Θα ήθελα πολύ να με ερμηνεύσει κάποτε η Καράγιαννη. Είχε έρθει ο Αγραφιώτης ο μαέστρος και μου είχε πει ότι του άρεσε πολύ η δουλειά μου κι ότι επιθυμεί να με παρακολουθήσει. Με τίμησε αυτό.
- Έχετε κάτι να ακούσω; Θα το ήθελα πολύ.
- Δε θα βρείτε τη δουλειά μου στο διαδίκτυο. Είμαι αόρατος συνθέτης. Δώστε μου τη διεύθυνσή σας να σας στείλω ένα cd, αν σας ενδιαφέρει. Με αυτά και αυτά, πάει και η fugue του Μπετόβεν. Τη χάσαμε, είπε γελώντας.
Μιλήσαμε για τα κομμάτια που μας κάνουν να κλαίμε όταν τα ακούμε, για τον Σοπέν και για τα βαλς του, για το 'un bal' του Μπερλιόζ, μέχρι να φτάσουμε Πανόρμου. Έγραψα τη διεύθυνσή μου σε ένα κομμάτι χαρτί και άνοιξα την πόρτα να φύγω. Ο μουσικός με αποχαιρέτησε ευγενικά με χειραψία. Ξαφνικά, θυμήθηκα ότι έπρεπε και να τον πληρώσω για τη διαδρομή. Γυρνάω πίσω και του δίνω ένα δεκάρικο.
- Αιθεροβάμονες, όπως όλοι οι καλλιτέχνες είμαστε και οι δύο! ξεχάσαμε το δια ταύτα, απολογήθηκα.
- Αυτά τα δια ταύτα μας τρώνε κάθε μέρα, αποκρίθηκε, παραδίδοντάς μου τα ρέστα. Δίπλα στο χειρόφρενο είδα ένα πάκο απο χειρόγραφες παρτιτούρες. Με κατάλαβε ότι τις κοίταξα.
- Δεν ξέρεις ποτέ πότε θα σε σταματήσει η έμπνευση, είπε εξηγώντας μου.
Σε εμένα το λες; Πάντα στην τσάντα μου υπάρχει μπλοκάκι και μολύβι.
Μόλις γύρισα σπίτι, έβαλα ένα ποτήρι κρασί και το opus 137 στο cd player.
H πόλη αυτή έχει ακόμα ευχάριστες εκπλήξεις να σου προσφέρει μέσα από την ασχήμια της. Η πόλη αυτή είναι γεμάτη λύπες βουτηγμένες σε χαρές (πάντα είναι απ' έξω η ζάχαρη και από μέσα το πικραμύγδαλο). Στην πόλη αυτή, ακόμα και τα πιο χαρούμενα κουβαλάνε μέσα στα σωθικά τους μια βουβή τραγωδία.



Friday, May 02, 2014

Mayday parade

Today we set our unalarm clocks at springtime precisely.
We get picked and lured into the day by the smell of fresh roses.
Our soundtrack will be a morning birds' chorus accompanied 
by the local grass band.
Eden officially opens May first, with this season's demonstration
of all creatures resisting against deadlines.
The gorgeous petunia twins in their sexy summer outfits,
the unbelievably busy bees company and their sunday brunch,
the twisted daisy sisters' routine, the blue jasmine perfumed parade,
and the loan-mowers featuring the act of the flying grasshopper.
All in one full blooming, much awaited performance, life's artists
performing live against fullstops, in a sensational tribute to commas,
with their completely reversible comas and punctual awakenings.




diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna