Friday, November 29, 2013

μόνοι μαζί.



Oι συγγενείς και φίλοι του καλού καιρού είναι αυτό που λέει το όνομά τους. Τρέχουν κάτω από τον λαμπερό ήλιο, πλατσουρίζουν στης θάλασσας τα διάφανα νερά, μαζεύουν κοχύλια, σωριάζονται στην άμμο και κοιμούνται με τις ώρες, γιατί δεν υπολογίζουν τον χρόνο και δεν έχουν το άγχος ότι περνάει και φεύγει ανεπιστρεπτί, έτσι δεν τον τσιγκουνεύονται με κανέναν, ούτε και μαζί σου. Τα βράδυα πίνουν πολύχρωμα κοκταίηλ και λικνίζονται στους ράθυμους ρυθμούς των καλοκαιρινών χιτς με σκοπό να σαγηνέψουν τους γύρω. Είναι επί το πλείστον νάρκισσοι. Η μόνη συντροφιά που τους ενδιαφέρει είναι εκείνου που έχει τα πιο υγρά μάτια, γιατί φτιάχνουν τέλειους κυρτούς καθρέφτες και έτσι καμαρώνουν τους υπέροχους εαυτούς τους πάνω στον αμφιβληστροειδή σου. Έχουν πάντα μια καλή κουβέντα να σου πουν και πολλά ανέκδοτα κι εξυπνάδες, για να γελάσεις και να τους κάνεις να νιώσουν γοητευτικοί και πνευματώδεις. Καλοσύνη-μπούμερανγκ. Την πετάς και ο τελικός αποδέκτης είσαι εσύ. Οι φίλοι του καλού καιρού θα κάτσουν να ακούσουν τις βαρετές ιστορίες σου για τα υπαρξιακά σου αδιέξοδα, χαζεύοντας τα μάτια τους στα μάτια σου και ενίοτε εστιάζοντας πίσω από αυτά κόβοντας κίνηση στην περατζάδα, ενώ ταυτόχρονα σπαταλάνε τις λέξεις τους χωρίς να τις μετράνε και να τις υπολογίζουν, γιατί εκτός από πολλή ώρα να σκοτώσουν, έχουν και πολλές κουβέντες να πετάξουν και πολλά λόγια να σπαταλήσουν, χωρίς τίποτα να χάσουν. Θα σου αγοράσουν και ένα δερμάτινο μπιχλιμπίδι από τον πλανόδιο της γωνίας με ματάκι για γούρι και φυλαχτό, για να στο δέσουν στο χέρι και να νιώσουν σημαντικοί. Οι φίλοι του καλοκαιριού έρχονται και ξαναέρχονται κάθε δικό σου καλοκαίρι, για να σου θυμίσουν ότι είναι οι καλύτεροι φίλοι και να νιώσουν και πάλι γοητευτικοί και σπουδαίοι. Τους δικούς τους χειμώνες, θα σε επισκεφτούν για να σε σκεπάσουν με τα συννεφά τους. Ξέρουν ότι θα κάνεις τα πάντα για να τους τα σκορπίσεις, γιατί σου χάρισαν εκείνο το δερμάτινο μπιχλιμπίδι από τον πλανόδιο και σε έχουν δέσει. "Εγώ δε στο πήρα αυτό;", θα σου θυμίζουν πάντα. Για τους δικούς σου χειμώνες βέβαια, ούτε λόγος. Βρες μια μεγάλη κουφάλα δέντρου, χω΄σε το κεφάλι μέσα και πες το πρόβλημά σου εκεί μέσα. Μπορεί να ανοίξεις διάλογο με την ηχώ σου.
Ο συγγενείς του κακού καιρού είναι μόνο οι πρώτου βαθμού. Από δεύτερο και κάτω είναι οι γνωστοί 'μακρινοι', δηλαδή απόντες. Οι 'μακρινοί', εξ'ορισμού δεν είναι ορατοί και θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην κατηγορία 'φανταστικά όντα'. Οι φίλοι του χειμώνα είναι αστικός μύθος, όπως τα στοιχειωμένα σπίτια. Πολλοί πιστεύουν και επιμένουν ότι υπάρχουν, αλλά δεν έχει αποδειχτεί ποτέ. Γι'αυτό και τελευταία που πυκνώνουν τα δύσκολαανθίζουν οι επιχειρήσεις μίσθωσης 'καρδιακών φίλων'.  Γιατί όλα έχουν την τιμή τους και αυτό είναι η μόνη μεγάλη αλήθεια εφόσον υπάρχουν και οι ανάλογες αποδείξεις (παροχής υπηρεσιών) που το επιβεβαιώνουν συνεχώς. Εκτός από τις αποδείξεις, τον μύθο των φίλων του κακού καιρού τον επιβεβαιώνουν περίτρανα και οι μια-δύο εξαιρέσεις.


Monday, November 25, 2013

περαστικά

"Πέρασαν πολλά χρήματα από τα χέρια του" έλεγε η μητέρα μου για κάποιον πλούσιο. Δεν έλεγε ποτέ "έχει πολλά χρήματα" ή "εχει μεγάλη περιουσία". Έτσι, τα φανταζόμουνα τα χρήματα από μικρή, σαν αποδημητικά πουλιά, να περνάνε από το μπαλκόνι, να χτίζουν πορτοφωλιές και μετά, μια μέρα, να ξυπνάς και να τις βρίσκεις άδειες να περιμένουν το επόμενο δεσμήνος από χιλιάρικα. Η μητέρα μου απέφευγε τεχνιέντως να χρησιμοποιεί κτητικά ρήματα, ή ρήματα μνημεία . Αντ' αυτών, τα έλεγε με άλλα λόγια, που υπαινίσσονταν κάτι το εφήμερο, το ανάλαφρο και το φευγάτο π.χ. "με επισκέφτηκε ένας ιός" αντί "έχω ίωση", που σήμαινε για μένα ότι όπως ήρθε με τα φοντάν και τα ντεπόν του, έτσι και θα έφευγε, αφήνοντας πίσω του χρησιμοποιημένα χαρτομάντηλα και τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα, όπως όλες οι επισκέψεις που είχαμε στο σπίτι μας. Η μαμά απέφευγε τα πάγια σχήματα και χρησιμοποιούσε ρήματα και ουσιαστικά αποδημητικά, μάλλον επειδή στη ζωή της βίωνε απώλειες από μωρό παιδί και έτσι δεν ήθελε ούτε να ελπίζει στη μόνιμη παραμονή των καλών και ευπρόσδεκτων, ούτε ήθελε να φοβάται τη διαιώνιση των δυσάρεστων και απευκταίων. Ήταν σοφή. Ήξερε ότι ό,τι έρχεται, φεύγει. Την σκέφτομαι συνέχεια και προσπαθώ να την μιμούμαι τώρα που όλα παρελαύνουν από μπροστά μου μέσα στον χυλό της αβεβαιότητας και την αδιάκοπη εναλλαγή των καταστάσεων της ρευστής, συνεχώς μεταλλασσόμενης πραγματικότητας. Πράγματα και σχέσεις που παρασύρονται από τη ροή των γεγονότων, στροβιλίζονται μαζί σου λίγες στιγμές, για να χαθούν στη συνέχεια από το οπτικό και βιωματικό σου πεδίο. Η ζωή είναι ορμητικό ποτάμι που παρασέρνει ανθρώπους, τόπους και οικοσκευές. Από μικρή η μητέρα μου επέμενε να μάθω καλό κολύμπι, για να μη χάνω τον ελεγχο, να μην παρασύρομαι και να βουλιάζω μαζί με καθετί που περνά και χάνεται στον ορίζοντα των γεγονότων μου. Να μη πνίγομαι στη ρουφήχτρα κάθε απώλειας. Ήξερε βλέπεις από ρεύματα και δείνες.





Sunday, November 17, 2013

σύνθεση


Λοιπόν, άκουσα μια μουσική με κεντρικό μοτίβο από εκείνες τις δεκάποντες πρόκες
και την εξής επιμέρους δομή: καρφωτή idee fixe να πρωτοεμφανίζεται σε Mozart-esque
andante grazioso που κλείνει απρόσμενα με δίεση ελλάσσονα, εν είδει προκλητικής ερώτησης -κόσμημα που κρέμεται ως υπόσχεση, σε γυναικείο κόρφο- και στη συνέχεια,
αλλά μια στιγμη...μήπως δεν την άκουσα, αλλά την είδα;
Mάλλον ζωγραφικό έργο θα ήταν και μάλιστα ενός από τους μεγάλους δημιουργούς,
γιατί η κεντρική ιδέα ήταν τόσο φαεινή και σε ενδιαφέροντα διάλογο με το σκοτεινό, βιωματικό της φόντο, που δε θύμιζε σε τίποτα την αμηχανία του ερασιτέχνη όταν  γκρεμίζεται από τον τρόμο στο κενό του εαυτού του.
Δεν αποκλείεται πάντως το έργο να ήταν και μουσικό, 
γιατί θυμάμαι φλογερά crescendos να χύνονται ορμητικά και να σβήνουν
μέσα σε απάτητες παύσεις
κατ' επανάληψη,
με την μελωδία να ανασυγκροτείται συνεχώς 
εκ νέου,
μετά από την εκάστοτε απάντηση-αποδόμηση. 
Κι όλο αυτό, με την κεντρική ιδέα προκλητικά νηφάλια 
(απέριττα εμμονική και λιτά εγκυμονούσα)
να ανθίζει 
κάθε φορά
ολόϊδια αποκαλυπτική, 
και κάθε φορά
πρωτόγνωρα γνώριμη.
Σου θυμίζει κάτι;
Όχι, ε..


(για τη Βάννα)

Wednesday, November 13, 2013

χαλασμένα υδραυλικά

- Να το κόψω ακριβώς, ή να του αφήσω δυο-τρεις λέξεις στρίφωμα;

-Δεν ξέρεις ποτέ. Μπορεί να τις εξαργυρώσω
όταν περάσει η μόδα των υπαινιγμών
και αποκτήσουν οι πόντοι τους αξία.
Τους πληθυντικούς δεν τους σηκώνω πια.
Έκανα το 'εμείς' 'εγω',  για να μην παίρνω άλλους
στο λαιμό μου από ανάγκη συνενοχής.
Θάρρεψα μάλλον και δεν χρειάζομαι
να μου κρατάνε το χέρι στα δύσκολα.
Απλώνω το μελάνι μου, για να σωθώ.
Βέβαια, τόσο που απλώνεται από τόσους
και τόσους άναρχα -πίσσα προς πάσα κατεύθυνση-
κατάντησαν τα σκοτάδια να περνάνε άφοβα απαρατήρητα.
Άδειασε το δέος απ' τα άδυτα. 
Και στα τσιγάρα ενικός, από δω και πέρα.
Μου φτάνει τόση θολούρα και ντουμάνι.
Μόνο ένα για το δρόμο, να ανοίγει η κάφτρα διάβα. 
Ούτε λόγος για τις ομοιοκαταληξίες.
Έχασαν την αίγλη τους.
Τώρα, μόνο στις παρελάσεις.
Και οι παρομοιώσεις κατάντησαν για τα πανηγύρια.
Μόνο οι μεταφορές επιτρέπονται και επιβάλλονται με τόση αστάθεια,
αλλά πρέπει να γράφονται προσεκτικά με τις μύτες των μολυβιών,
γιατί τα νοήματα είναι πολύ εύθραστα και αν σπάσου
δεν κολλάνε μετά με τα βιώματα.
Η στίξη είναι πάντα σοβαρό και φλέγον ζήτημα.
Μια τόση δα τελεία μπορεί να οδηγήσει ολόκληρο νόημα
σε κώμα, και ένα τόσο δα κόμμα
να του στερήσει ένα πρέπον τέλος.

- Δύσκολα τα γράμματα. Πιάσε την οξυγονοκόλληση να βουλώσεις καμιά τρύπα.
  Δεν ήρθε ακόμα η ώρα της σύνταξης.

Monday, November 11, 2013

από τη Ρώμη με αγάπη


ένας συνηθισμένος κρεμαστός κήπος 


 τα τείχη του Μ. Αυρίλιου


oι κήποι της βίλα Borghese



ξανά από τους κήπους της βίλα Borghese


 φαρμακείο-atm


 cιnquecento ουμπεράλες


 κάτι για την κρίση


ο Βίνσεντ, όπως δεν την έχει ξαναδεί.


Πάνθεον


 μεταφυσικά τρικ της piazza Navona 


ένα όμορφο μικρό

ρωμαϊκές κάθετες


Τίβερης


Τίβερης με φυλωσσιά


τα χρώματα της πόλης


        Πάπισσα Ιωάννα (fresco τίγκα στο συμβολισμό, σε χιλιετή εκκλησία)



ο απόλυτα αναγεννησιακός ουρανός


ένα λιτό, απλό φανάρι δρόμου


ζωγραφισμένα ταβάνια εντός


βιτρίνα σύγχρονης τέχνης


μία από τις εκατοντάδες γωνιακές Madonnae (προσοχή στο στέγαστρο)


Η ιδέα της Ρώμης ήταν πάντα στερεοτυπικά συσκευασμένη σε ένα ροζ σύννεφο στο κεφάλι  μου. Η ρωμαϊκή μου εμπειρία όμως, ξεκίνησε με την αποτρόπαια καφέ κουβέρτα ξενοδοχείου -2 αστέρων, τη γρομπιασμένη και χιλιοφορεμένη - ο ιδανικός μικροβιότοπος - σε ένα λούμπεν, συφοριασμένο δωμάτιο με ταπετσαρίες ξεφλουδισμένες, χαλασμένα είδη υγιεινής και εσάνς κλεισούρας να αναμιγνύεται σε ένα ασφυκτικό κοκταίηλ με την υγρασία του ιστορικού κέντρου της πόλης. Οι εικόνες του booking.com ήταν όσο παραπλανητικές, όσο και οι φωτογραφίες προφίλ του facebook. Η επόμενη μέρα ξημέρωσε μετά από αγρύπνια, τόσο λόγω των αντίξοων εσωτερικών συνθηκών, όσο και των εξωτερικών, που συνδύαζαν μεθυσμένους ενοίκους να βροντάνε πόρτες και να φωνάζουν στις τρεις το πρωί, περιπολικά να περνάνε με σειρήνες κάθε μία ώρα και ένα σκουπιδιάρικο να αδειάζει τον κάδο σχεδόν μέσα από το κεφάλι μου στις έξι το πρωί, ολοκληρώνοντας τη ροζ κατεδάφιση. Η αυτονόητη άτακτη φυγή προς άλλο κατάλειμα πραγματοποιήθηκε με συνοπτικές διδικασίες, μαζί με το απαραίτητο ψυχολογική επανεκκίνηση. Ως γνωστόν, όταν πιάνεις πάτο, η επάνοδος είναι μονόδρομος και οι ρωμαϊκές μου διακοπές δεν είχαν άλλη επιλογή από το να είναι τέλειες. Με τα λίγα απαραίτητα βαθειά χωμενα στον κόρφο - γιατί είναι γνωστές οι ιστορίες με τους επιτήδιους που ξαφρίζουν τους ανυποψίαστους τουρίστες- πήρα τους δρόμους αποφασισμένη να περπατήσω τη Ρώμη. Δε θα ξανοιχτώ σε γλαφυρές περιγραφές με θέμα τα αξιοθέατα και την ιστορία της πολιτιστικής πρωτεύουσας του δυτικού κόσμου (αν και πολύ θα το ήθελα) γιατί κυκλοφορεί εκτενέστατη βιβλιογραφία που ειδικεύεται σ' αυτό. Είναι πολύ κοινότοπη η διαπίστωση ότι κάθε δέκα μέτρα σου πέφτουν τα σαγόνια με τα μεγαλειώδη αρχιτεκτονήματα των παγανιστικών χρόνων όπως ακουμπάνε και ξαποσταίνουν πάνω στα πρωτοχριστιανικά μνημεία, που με τη σειρά τους συνδιαλέγονται με τις αναγεννησιακές κατοικίες, οι οποίες ζούνται ακόμα, τις αναρίθμητες πλατείες με γλυπτά διασήμων δημιουργών (βλ. Bernini), τις χιλιόχρονες εκκλησίες, αψίδες, τείχη, υδραγωγεία, μνημεία, κατακόμβες, θέρμες, αγορές, όλα σε αρμονική συμβιωτική συνέχεια με τα στοιχεία σύγχρονης τέχνης και πολιτισμού. Αυτά τα αμέτρητα πολύτιμα στολίδια φτιάχνουν το διάδημα της πόλης, μιας πραγματικής πολιτιστικής caput mundi. Δύο μέρες στους δρόμους της, αρκούν για να καταλάβεις το χιλιοειπωμένο "όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη". Εκείνο που παρατηρεί κανείς είναι ότι η πόλη παραμένει ταυτόσημη με ένα ήθος υψηλής αισθητικής και μια αισθητική υψηλού ήθους, κι αυτό αποδεικνύεται ακόμα και στην πιο αδιόρατη λεπτομέρεια. Ο θρίαμβος του αυτονόητου. Τα λιλιπούτεια μπαλκόνια με τα υπέροχα φυτά, οι αναρίθμητες γύψινες βινιέτες στους τοίχους των σπιτιών, τα κάγκελα-δαντέλες, τα φορούσια-κοσμήματα, οι ζωγραφισμένες μαντόνες-cameo στη γωνία του κάθε δρόμου με τα σκέπαστρα-έργα τέχνης που τις διατηρούν ζωντανές στους αιώνες, τα δημόσια φανάρια που είναι γλυπτά από μόνα τους, οι καλλιτεχνημένες ταμπέλες των καταστημάτων, τα παγκάκια που ντρέπεσαι να κάτσεις, τα όμορφα συνδυασμένα χρώματα των κτιρίων. Είναι ηλίου φαεινότερο: οι κάτοικοι αυτής της πόλης αγαπούσαν, αγαπάνε και θα είναι πάντα περήφανοι για την πόλη και τους εαυτούς τους. Σκουπίδια δεν υπάρχουν πια στους δρόμους (κάποτε υπήρχαν, μου είπε φίλος κάτοικος), ούτε πρόχειρες, βανδαλιστικές μουτζούρες στους τοίχους. Εδώ κι εκεί θα δεις κάποιο όμορφο γκραφίτι που έγινε με σεβασμό και επίγνωση για την επιφάνεια που το φιλοξενεί. Η κίνηση είναι ανθρώπινη κι' όσο έμεινα εκεί δεν άκουσα ούτε ένα κορνάρισμα, παρά μόνο κάποιες σειρήνες ασθενοφόρων που έσπευδαν να μαζέψουν κάποιον τουρίστα που έπαθε κρίση πανικού στις κατακόμβες (παρά λίγο να είμαι εγώ). Τα αυτοκίνητα δεν επιτίθενται στους πεζούς, αντιθέτως σταματούν και τους αφήνουν να περάσουν το δρόμο. Το πράσινο λατρεύεται και δεσπόζει παντού, από τα πεζοδρόμια μέχρι τον κήπο-δάσος της βίλα Borghese, που δεσπόζει στο κέντρο της πόλης. Κι εκείνα τα πανύψηλα ρωμαϊκά πεύκα, το σήμα κατατεθέν της πόλης, είναι όσο επιβλητικά και μεγαλειώδη όσο και η καταγωγή τους.
Πριν έρθω, ήξερα ότι η Ιταλία μαστίζεται κι αυτή από κρίση, κρίση όμως δεν είδα όσο κι αν έψαξα και την έψαξα επιμόνως στην πρωτεύουσα της χώρας, οριζοντίως και καθέτως. Ναι, κάποια λίγα καταστήματα έχου κλείσει, είναι ελάχιστα όμως μέσα στο σύνολο της αγοράς που καλύπτει μια τεράστια έκταση και σφίζει από ζωή, πρωί-βράδυ. Μετά από την τετραήμερη περιπλάνησή μου το πήρα απόφαση: H Ρώμη είναι η πιο πολύτιμη πόλη που έχω δει. Δεν είναι η απόλυτη ομορφιά της που κάνει τόσο ξεχωριστή. Είναι η περηφάνεια της. Ο αυτοσεβασμός της και η επιμονή της να νικά και να διαπερνά με αξιοπρέπεια στο χρόνο, συντηρώντας το καλό και προσπαθώντας για το καλύτερο. Είναι αυτός ο μηχανισμός που στην κρίση δεν επέτρεψε την κατάντια. την κατρακύλα και το χάος, αλλά αντιστεκόμενη με πείσμα φρόντισε για το αντίθετο, τη βελτίωση. Για αυτή την πολυτιμότητα μιλάω. Εκείνη που δε ζει ως παράσιτο εις βάρος του ένδοξου παρελθόντος, αλλά που το αναδυκνύει και το παντρεύει με το καινούργιο, μέσα από μια κοινή ανάγκη για ποιότητα ζωής σήμερα (βλ. atm για φάρμακα, ολοκαίνουργιοι ποδηλατόδρομοι, ταξι-ποδήλατα κλπ). Έτσι μόνο αντιπαρέρχεται κανείς τις καφέ κουβέρτες και τα οικονομικά ελλείμματα, με πλεόνασμα πολιτισμού.
Η διαμονή μου έκλεισε και σφραγίστηκε σε ένα μικροσκοπικό υπόγειο καπηλειό με πεντανόστιμη ντόπια κουζίνα κι έναν ταβερνιάρη που σε αφήνει να φύγεις αν δεν δοκιμάσεις λίγο απ' όλα τα δημιουργήματά του, κέρασμα φυσικά. Περηφάνεια και όρεξη για ζωή, λέμε.
Μετά τη ρωμαϊκή μου ευφορία ένιωσα άσχημα, ενοχικά, γιατί προς στιγμήν, ξεχάστηκα και ξέχασα. Αισθάνθηκα σα να είχα προδώσει, απατήσει. Στη συνέχεια με λυπήθηκα. Μας λυπήθηκα. Σε σχέση με την Ιταλία, εμείς στην Αθήνα, είμαστε ένα τριτοκοσμικό σκηνικό σε πόλεμο άγριο, ανελέητο, ανάδελφοι και μόνοι, στη μοίρα των δανειστών και των εντολοδόχων τους, όπως και η Ιταλία. Ή μήπως όχι; Μάλλον εμείς είμαστε σε πόλεμο και με τον χειρότερό μας εαυτό. Αυτόν που διατυμπανίζει ότι είνα λάτρης της ζωής και στην πραγματικότητα δεν αγαπά ούτε τ' άντερά του. Αυτόν που δεν ξέρει πως να σταματήσει την αυτοκαταστροφή του, αλλά απαιτεί παράλογα από τους άλλους να τον αγαπούν και να τον σώζουν συνεχώς από τον ίδιο του τον εαυτό. Εκείνον που δε δέχεται ποτέ ότι κάνει λάθη και έτσι γράφει το μέλλον του με ακόμα μεγαλύτερα. Με τέτοια νοοτροπία και δέκα Ακροπόλεις να είχαμε δε θα αρκούσαν...


Friday, November 01, 2013

τέλος εποχής στα ανακτορικά συμπλέγματα

Αφού καταβρόχθισαν ολόκληρη την πανίδα, ήρθαν κι έσκασαν οι άρχοντες.
Δεν άφησαν ούτε γιάντα για δείγμα. Ασφυκτικό σύννεφο από πεπτικά αέρια έχει μετατρέψει  την ψηλοτάβανη αίθουσα των συναντήσεων κορυφής σε κολαστήριο, με τους βαρύτιμους πολυελαίους να απειλούν ν' αυτοκτονήσουν. Αποχαυνωμένοι οι ομοτράπεζοι, προσπαθούν να χωνέψουν τα σφάγια κάνοντας πλύσεις στομάχου με σιροπιαστά ανατολής και ηδύποτα, για να διασκεδάσουν τη δυσάρεστη γεύση που αφήνουν τα κυνηγημένα ψοφίμια.
Στους κάτω ορόφους, υπο, λογιστές στο επάγγελμα, οι πιστοί υπηρέτες των ανωτέρω -χορτασμένοι εκ συμπαθείας γαρ- κλείνουν βιβλία στα αρχεία της επικράτειας, στιβάζοντας κι αποξηραίνοντάς ανάμεσα στις σελίδες των τους υπάκοους υπήκοους του μικρού βασιλείου.
Κάπου κοντά, συν τω χρόνω, οι επίσημοι μεταποιητές του βασιλείου φαρδαίνουν τα κοστούμια των βουλιμικών αρχόντων και αυτόκλητων οραματιστών της Αναγέννησης, για να επεκτείνονται άνετα οι κοιλιές τους.
Στο βασίλειο δύο πράγματα θα βρεις πάντα σε αφθονία: φαϊ για να σκάνε οι λίγοι τραπεζωμένοι και τρέλα για να σκάνε οι πολλοί πεινασμένοι. Απόδειξη, οι πάλαι ποτέ διάσημοι κρεμαστοί κήποι είναι τώρα κήποι με κρεμασμένους. Ακόμα και στα διαμερίσματα της παρά-ποίησης par-excellence, μαστίζονται από την ψυχιατρική κατάσταση 'folie a deux': ανθυπαυτόνομοι αυλοκόλακες γυαλίζουν τα λουστρίνια αυτοερωτικών, αυτόκλητων αυθεντιών με στοκ από λύσεις και απαντήσεις στα δαντελωτά μανίκια τους. Οι γονυπετείς γυαλίζουν με μανία, επειδή ελπίζουν να φορέσουν κι αυτοί τα παπούτσια κάποτε -έστω και δεύτερο χέρι- ενώ οι παπουτσωμένοι εξαντλούν κάθε δημιουργικότητα στην απαξίωση των λούστρων τους, για να μην παίρνουν τα μυαλά τους αέρα και πιστέψουν πραγματικά ότι  κάποτε θα πάψουν να είναι ξυπόλητοι.
Είναι πεπεισμένοι, βλέπεις, ότι ως αμέτοχοι μεγαλομέτοχοι του βασιλείου και φορείς της υπέρτατης Αλήθειας θα πάρουν τα παπούτσια στον τάφο με απάτητες σόλες.
Έξω από τα τείχη, οι υπήκοοι φυτεύουν λουλούδια περιμένοντας πότε δεν θα έρθει η σειρά τους.


diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna