Thursday, March 28, 2013

τίτλος

Δε ρίχνουμε πια ψιχουλα πίσω μας.
Ποιος θέλει να γυρίζει πίσω;
Μπροστά τα πετάμε τα ψίχουλα πλέον,
να μας ανοίγει η όρεξη,
να ανοίγουμε δρόμο.

Wednesday, March 27, 2013

xeno

Κατέβηκε η μάνα μου από τις σκάλες να δει τι γίνεται κι' ακούγεται τόσος σαματάς. "Τίποτα, μην ανησυχείς. Ανέβα κι έρχομαι", της είπα γιατί είναι αγχώδης και δεν μπορώ τα πολλά ανοιχτά μέτωπα ταυτόχρονα, αποδιοργανώνομαι. Τσακωνόμουν λεκτικά με τους αποκάτω, μου πέταγαν μπηχτές και υπονοούμενα, και εγώ που δεν αντέχω καθόλου τις φωνές και  τους τσακωμούς, καταλαβαίνεις, η χειρότερή μου... Φυσικα, δε θυμάμαι το πρόβλημα, μόνο το αδιέξοδο που ένιωθα προσπαθώντας μάταια να επικοινωνήσω με το άλλο είδος, το ανεξιχνίαστο. Εννοείται ότι στέγνωσε κι η γλώσσα μου από την απόγνωση και τον εγκλωβισμένο θυμό. Κολλούσε στον ουρανίσκο συνέχεια και με εμπόδιζε να μιλήσω καλά-καλά. Τους παρακάλεσα δειλά για ένα ποτήρι νερό. Έκείνοι έστειλαν τον παιδί τους να μου το φέρει από την κουζίνα. Το ήπια μονορούφι, άσπρο πάτο, για να συνειδητοποιήσω αμέσως ότι το ποτήρι ήταν θρύψαλλα κι ότι τα είχα καταπιεί σχεδόν όλα. Αναρωτήθηκα αν το ήξεραν και είχαν σχεδιάσει να με σκοτώσουν. Με έπιασε πανικός ότι θα ξεσκιστούν τα σωθικά μου και ότι θα πέθαινα έτσι άδοξα, εκεί και τότε. Άρχισα απεγνωσμένα να προκαλώ τεχνητή γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση για να αποβάλω τα σπασμένα γυαλιά. Ένα-ένα αναδύονταν τα κομμάτια, αλλά δεν έλεγαν να τελειώσουν. Όλο εκεί που νόμιζα ότι τα είχα ξεράσει όλα, να 'σου κι ένα καινούργιο θραύσμα να βγαίνει από μέσα μου. Σα να έφτυνα το θυμό μου εκ βαθέων, σε χίλια κοφτερά κομμάτια, σκέφτηκα. Ο πόνος δεν ήταν τίποτα μπροστά στην αγωνία που βίωνα. Με κοιτούσαν οι αποκάτω ακίνητοι, αμέτοχοι κι αμίλητοι, με μια ανυπόμονη περιέργεια στο μάτι. Ένοιωσα ότι ήμουν κάποιο ζώο τσίρκου που πραγματοποιούσε επικίνδυνο νούμερο σε τεντωμένο σχοινί χωρίς, οι δε αυτόπτεις μάρτυρες και θεατές του σκηνικού έδειχναν σα να ήθελαν να τελειώνω σύντομα, για να τρέξουν για σουβλάκια, πριν σημάνει το διάλειμμα της παράστασης και πλακώσει όλος ο κόσμος στην καντίνα.
Εσύ, δίπλα ακριβώς  -στα δέκα εκατοστά μιλάμε, τόσο κοντά-  έβλεπες την ίδια ώρα ότι μου έκανες έρωτα με ξένο μόριο. Δεν ήταν, λέει, δικό σου. Δεν ένιωθες τίποτα. Κάτι που για έναν τρίτο παρατηρητή θα περνούσε εντελώς απαρατήρητο.

Sunday, March 24, 2013

Saturday, March 23, 2013

happy (belated by one day) birthday, Billy.












introduction to poetry:

I ask them to take a poem


and hold it up to the light like a color slide


or press an ear against its hive.


I say drop a mouse into a poem


and watch him probe his way out,


or walk inside the poem's room


and feel the walls for a light switch.


I want them to waterski


across the surface of a poem


waving at the author's name on the shore.


But all they want to do


is tie the poem to a chair with rope


and torture a confession out of it.


They begin beating it with a hose


to find out what it really means. 



- Billy Collins

Comtesse Greffulhe

- Mε συγγχωρείτε, μήπως έχετε ώρα;
- Kάποτε είχα. Πολλή. Τώρα καθόλου. Μπορώ να πω ότι τώρα αισθάνομαι συνέχεια το άγχος ότι ζω με δανεική κι αγύριστη ώρα και έτσι προσπαθώ να εκμεταλλεύομαι κάθε της δευτερόλεπτο, με την κατεπείγουσα απληστία του χρεωμένου. Βλέπετε δεν ήξερα τότε πόσο πολύτιμη και μη αναστρέψιμη είναι κι εκείνη και τα λεπτά της. Όσο η σάρκα παραμένει νεανική και κάθε μέρα που ξυπνάς είναι το ίδιο δεδομένη, φρέσκια και τσιτωμένη, παραμένεις ηλίθια αγνώμων και ξοδεύεσαι απερίσκεπτα. Μέχρι που μια μέρα ξαφνικά αρχίζεις να ακούς την αντίστροφη μέτρηση και να νιώθεις δέος με το κάθε 'τικ' που εκτελείται από το διάδοχό του 'τακ', γιατί κάποιο από αυτά θα είναι εκείνο που θα εξοντώσει κι εσένα, τελικά.
- Μιλάτε μετανιωμένος;
- Όχι, είμαι πολύ προχωρημένης ηλικίας για να αισθάνομαι τέτοια άγουρα συναισθήματα όπως ενοχή, ζήλεια και μετάνοια. Αυτά είναι για τους νέους. Για μένα, ό,τι έγινε έγινε, αρκεί με αυτό που έγινε να έχεις φτιάξει κάτι. Αν όχι, τι κι αν θυμώνεις λοιπόν μετανιωμένος; Αν έρχομαι εδώ είναι γιατί μου αρέσει ο τόπος. Με ηρεμεί. Με εμπνέει. Είναι ό,τι πιο κοντινό σε εκείνη αυτό το σκηνικό. Όχι επειδή είναι εδώ θαμμένη. Καμία σχέση. Ούτε στην κηδεία της δεν πήγα. Δεν έχουν κανένα νόημα αυτά. Αλλα να, αυτή η ησυχία, αυτή η κάποτε εκπολιτισμένη αλλά πλέον άναρχη βλάστηση που φύεται βίαια ανάμεσα και μέσα από τα παλιά, αριστοκρατικά, λαξεμένα μάρμαρα, το μυστήριο και η σνομπ ματαιότητα που αναδύεται διαχρονικά εδώ, και τη διακρίνεις ακόμα και στις αιώνιες γάτες που αγνοούν προκλητικά την πεπερασμένη παρουσία σου; Όλα αυτά είναι για μένα, εκείνη. Έρχομαι εδώ, και σα να συνομιλώ μαζί της, κατ' αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο.
- Mιλάγατε πολύ;
- Mιλάγαμε συνέχεια και για όλα. Οι συνομιλίες μας ήταν τόσο έντεχνες που κατάπιναν το χρόνο. Δεν έχω συναντήσει άλλη γυναίκα που να μου έχει εμπνεύσει τέτοιο απόλυτο και αυτοτροφοδοτούμενο πάθος για το επόμενο, την επερχόμενη ανατροπή. Ό,τι δηλαδή συναινεί στην προσωπική εξέλιξη. Ήταν συναρπαστική η επικοινωνία μας.
- Εμείς δε μιλάγαμε τόσο, αλλά ζούσαμε μια αρμονική συντροφικότητα. Η σχέση μας ήταν αρχετυπικά συμβιωτική. Μοιραζόμασταν τρυφερότητα και ζεστασιά. Το πιο δυναμωτικό πράγμα ήταν να ξυπνάμε μαζί, γνωρίζοντας ότι με αυτή τη συνενοχή μας θα μπορούμε να αντιμετωπίζουμε από κοινού τις ημερήσιες μάχες.
- Το ξέρω. Τον είχε εξίσου ανάγκη και τoν κανόνα....
- Χαμογελάτε;
- Nαι, μη με παρεξηγείτε. Μειδιώ γιατί εμείς λειτουργούσαμε εντελώς διαφορετικά μαζί. Σχεδον αντίθετα. Ήταν δημιουργικός ανταγωνισμός. Προκαλούσαμε ο ένας τον άλλον να δίνει συνέχεια ένα καλύτερο πάτημα, για να σκαρφαλώνουμε όλο και πιο πάνω. Χτίζαμε μαζί και εναλλάξ μια σκάλα προς την κορύφωση. Ήταν αποσπασματική και αποσταγματική σχέση. Αιρετική και εξαιρετική κατά κυριολεξία, όχι κατ' ευφημισμόν. Ελπίζω να μη σας στενοχωρεί αυτό που λέω. Δείτε, ήταν τόσο αλλιώτικα με τον καθένα μας, που λειτουργούσε απόλυτα συμπληρωματικά, τόσο με τον κάθε ένα ξεχωριστά, όσο και στο σύνολό του.
- Μάλλον έχετε δίκιο... Αλλά δεν γνώριζα ποτέ κάτι τέτοιο, όσο ήμασταν μαζί. Θα με οδηγούσε μακριά της. Θα με σκότωνε. Ήξερα ότι ήταν περίπλοκη, αλλά δε θα μπορούσα να το αποδεχτώ τότε, με τίποτα. Μετά το ανακάλυψα, αφότου πέθανε. Όταν άνοιξα τη θυρίδα της στην τράπεζα και βρήκα κάποια πολύ προσωπικά της αντικείμενα. Τα κράτησα στα χέρια μου σαν απασφαλισμένη χειροβομβίδα που έπεσε εξ' ουρανού. Ούτε να τα πετάξω μπορούσα, ούτε να τα κρατήσω. Τα ξανάκρυψα, ως εκ τούτου στο κουτί. Ισως να τα θελετε εσείς τώρα... Ακόμα δεν μπορώ να το αποδεχτώ όλο αυτό,  εάν και δεν έχει πλέον και κανένα νόημα να τα βάζω με φαντάσματα. Αλλά τουλάχιστον το κατανοώ κάπως, λογικά...
- Κατά έναν περίεργο τρόπο σας προστάτευε. Παρουσίαζε μια εικόνα ιστιοπλοϊκού, αλλά στην ουσία της ήταν υπερωκεάνειο. Είχε πολλά στεγανά. Και σε καθένα από αυτά λειτουργούσε αυτούσια και παράλληλα. Κβαντικά, θα το έλεγα. Ήταν αυθεντικά παρούσα κι εκεί, αλλά και εδώ, ενώ ταυτόχρονα προστάτευε με τον εαυτό της όλα τα παράλληλά της σύμπαντα από τις πιθανές μεταξύ τους προσκρούσεις. Γι' αυτό και δεν μπορούσες τίποτα να της προσάψεις. Ίσως γι' αυτό και να μας άφησε. Τέλειωσε και τελειώθηκε πρώτη. Σκεφθείτε το.... Πολύ καλημέρα σας εύχομαι. Α, και παρεμπιπτόντως, η ώρα είναι δώδεκα και εικοσι δύο.
- Ευχαριστώ... Τόσο για την ώρα, όσο και για τον κερδισμένο χρόνο. Καλή μέρα και σε εσάς.

Η γάτα πάνω στο μάρμαρο βλεφάρισε λάγνα, καθώς ο ήλιος που ανέβαινε νωχελικά στον ουρανό, άρχισε να θωπεύει το κάτω μέρος της κοιλιάς της.




- Excuse me, do you have the time?
- I did in the past. Plenty. Now, I do not have any time at all. I feel the stress of living on borrowed and non refundable time, so I try to exploit every second, with the urgency and the greed of a consumer that is heavily in dept. You see, I didn't know back then how valuable and irreversible is every hour and her each minute. While one’s flesh remains youthful and retains its  freshness and tightness seemingly unchanged, one becomes stupidly arrogant and ungrateful by taking a fiat motion as timelessness for granted. Then, there is one specific  day in life, that you start hearing the countdown and realize with dread that every 'tic' is eliminated by its successor ' tak ', and that one of them will eventually eliminates you tooin the end.
-Are you being regretful?
-No, I'm of too advanced an age to feel such immature feelings as guilt, jealousy and repentance. These luxuries are for young folk. For me, what was done, is done, as long as it has been used for the sake of creating something. If not, what is the point of getting angry and regretful? If I come here it is because I like the place. It calms my soul. It inspires me. It is the closest to her, I can get. Not because she is buried here. That is irrelevant. I didn’t  even attend her funeral. To me, those things are senseless. Here, it is quiet, this once well attended vegetation that is now lawlessly blooming and persistently growing -almost violently- between and through the old, beautifully sculpted marbles, the mystery and the snobbish futility that infiltrates the air, and the discern that you can see even in the timeless cats ignoring defiantly your expiring presence; All this to me, is what she was. I come here, and it is as if we are continuing conversing in a new unconventional manner.
-Did you talk a lot?
-Did we talk a lot! We talked constantly and about everything. Our conversations were so intense and dense that devoured time. I have never encountered another woman who could inspire me that absolute and self-feeding passion for change, the need of overthrow, the desire of reversal. The elements I identify as the triggers for evolution. Our communication was thrilling in a metaphysical way.
-We did not talk that much, but we were harmonious companions. Our relationship was archetypically symbiotic. We shared tenderness and warmth. Its most energizing part was to wake up together and look each other in the eye; this compliance, the knowledge of our joint forces facing the daily battles out there, was priceless.
-I know. She had an equal need for the normalcy, indeed....
-You are smiling…
-Yes, don't get me wrong. I smile because we complied completely differently together. Almost in an opposite way. It was always a creative competition between us. We pushed each other constantly to create a better foothold, in order to climb over and above. It was as if we were building together – quid pro quo -  a ladder to the climax. As if the ultimate goal was to reach the other side. Our union had the essence of the extract. It was exceptional and extraordinary, per se. A herecy. I hope you don’t regret me saying this. You see, it was so different with each of us, that it worked in a complementary perfection; so much on a one to one basis, as well as in its wholeness.
-You are probably right ... But I was not aware of her ever being like that, as long as we were together. It would have chased me away; or better, would have killed me. I was aware of her complexity, but I could not accept anything like that, back then. No way. I discovered it, long after she died. When I had to open her safe box at the bank and came face to face with her dark side, her very personal objects. For a moment I held them flabbergasted in my hands like some unpinned grenade that fell from the sky. I could neither throw them away, nor keep them. I had to put them back in the box. Perhaps you would like to have them... Even now that I accept all this I still cannot be comfortable with the idea. But at least I have come to understand it somewhat, somehow…
-In a strange way she was protecting you. She might have been projecting the elegant image of a sailing boat, but in her real nature she was an ocean liner. She had many compartments and in each one of them she functioned as an entire entity, like a parallel universe. She coexisted in all of them separately, in a quantum way, I'd dare say. She was authentic here and at the same time, there, while at the same time she used herself as a buffer, in order to protect all of the universes from colliding with each other. That is why you could not blame her for anything. Maybe that is the reason why she left us. She was finished first. Competed, wasted, spent, perfected. Call it any way you want, but think about it .... I wish you a very pleasant morning! Oh, and by the way, the time is twelve twenty two.
-Thank you... Thanks for telling me the time and saving me the time. Good day to you too.

The cat on the marble blinked lustfully, as the sun who was rising lazily in the sky, started caressing the lower part of her belly.



(Inspired by Proust's Comtesse Greffulhe)


Friday, March 08, 2013

μια σκέψη (ανθεκτικού μικροβίου) στην άμπωτη της απώλειας

Όπως ο θάνατος κόβει την ανάσα στις ψυχές, για να ρουφήξουν μετά με όλη τους τη δύναμη το άρωμα των λουλουδιών,
όπως ο χειμώνας ισιώνει τη γη και στρώνει στην εγκυμονούσα φύση, για να φέρει στη ζωή τη ζωή,
όπως το μαύρο είναι η ανυπαρξία που δε νοείται χωρίς φως,
έτσι και μια τρομακτική μαύρη τρύπα μπορεί να καταπίνει τα πάντα, για να τα ξεράσει εκ νέου ως αστραφτερά, συμπαντικά, νεογέννητα διαμάντια.
Μπορεί τελικά αυτό που αποκαλούν Μοναδικότητα και αρχή των πάντων να είναι μην είναι καθόλου μοναδική και επουδενί αρχή. Μπορεί να είναι απλά μια μαύρη τρύπα και η Μεγάλη Έκρηξη, το απότοκο της, μια από τις ατέλειωτες γέννες της. Μπορεί ό,τι χάνεται μέσα σε κάθε μαύρη τρύπα να ξερνιέται ως καινούργιο σύμπαν, για να ξαναχαθεί μέσα της και να ξαναγεννηθεί από μέσα της.  Μπορεί αυτό που νοούμε ως θάνατο να είναι η μετατροπή της ύλης σε ενέργεια που θα μετατραπεί και πάλι σε ύλη που θα γίνει ξανά ενέργεια, καθ'εξιν, κατ'επανάληψη και επ' 'άπειρω. Μπορεί η 'καταστροφική' μαύρη τρύπα να είναι ο μετασχηματιστής, ένας τέλειος ανακυκλωτής της επαναλαμβανόμενης διαδικασίας ζωή-θάνατος-ύλη-ενέργεια. Εξ' αλλου η επανάληψη είναι ολοφάνερα -από μικρόκοσμο σε μακρόκοσμο- τo αγάπημένo παιχνίδι της Πλάσης. Σπείρες και φράκταλ σκορπισμένα και κρυμμένα παντού στον παιχνιδότοπο του σύμπαντος.
Ίσως η εξήγηση που θα δώσει η θεωρία της ενοποίησης των πάντων τελικά να είναι τόσο απλή, και η απάντηση στο γρίφο του Όλου να είναι ο αλγόριθμος μιας αυτοτροφοδοτούμενης αντίφασης. Αυτό δεν είναι και η τελειότητα, η ολοκλήρωση, εξ'αλλου; Ο Θάνατος και η Ζωή, δύο αγκαλιασμένοι γνωστοί άγνωστοι, που ενώ αποφεύγουν να κοιταζονται στα μάτια, περιστρέφονται για πάντα με χάρη σε ένα βαλς του Johann Strauss σε λούπα. Μην ξεχνάς ότι Φυσική και Ποίηση ακούν την ίδια μουσική.
Μια σκέψη.



Τhought (of a resistant microbe) at the ebb of loss

Death blinds the soul, only to surprise it soon after, with the breathtaking scent of  blossoming  freshness; Winter levels everything to make a comfortable bed for the pregnant Εarth to deliver her babies. Black is the demonstration of inexistence, but cannot be fathomed without the presence of light. The same way, it could be that a fearsome black hole is swallowing everything in its path, only to throw up the sum of the old in the form of new, brilliant, newborn, universal diamonds.
It could be that what scientists call Singularity and the beginning of everything is not at all singular and by no means a beginning. It could very well be a black hole, and Big Bang one of the offsprings of her innumerable births. Maybe, everything that vanishes inside every black hole is thrown up on the other side as a brand new universe, only to disappear again into the black hole to be born from it again and again and again…. Perhaps, what we call death is the transformation of matter into energy and again into matter, ad nauseam and ad infinitum. It could be that the destructive black hole is the perfect transformer, an impeccable recycler of the repetitive process of life-death-matter-energy that is Nature; It is common knowledge that repetition is -from microcosm to macrocosm- Nature's favorite game, its pawns thrown randomly and hidden playfully in the Universe's playground.
Maybe the explanation that will eventually be given someday by the unified field theory would be so simple, and the answer to the riddle of the Whole is just the algorithm of a self-feeding antiphrase. Death and Life, two familiar strangers embracing each other, who even though they avoid looking each other in the eyes, they waltz away in circles, under the looping melodies of Johann Strauss. After all, Physics and Poetry listen to the same music.
Just a thought.


Thursday, March 07, 2013

ναι / yes

Ήαν ένας ωραίος κύριος που ερωτεύτηκε πάρα πολύ μια όμορφη κυρία, με κ κεφαλαίο και οι δύο. Αλλά ο κύριος ήταν ήδη σε άλλη σχέση και η σχετική κυρία -επίσης με κ κεφαλαίο- και ανακοίνωσε την εγκυμοσύνη της ακρίβώς τη στιγμή που εκείνος ήταν έτοιμος να της πει την αλήθεια για τα αισθήματά του. Τω καιρώ εκείνο ήταν ατιμωτικό στους άγραφους αστικούς κώδικες  να μην παντρευτεί ένας κύριος τη γυναίκα που κυοφορεί το παιδί του και έτσι και ο κύριος της δικής μας ιστορίας, υπακούοντας τους άγραφους νόμους, παντρεύτηκε την άλλη κυρία και άφησε μετά βουβού πόνου ψυχής εκείνη με την οποία ήταν τόσο ερωτευμένος.
Πέρασαν χρόνια και ο κύριος έκανε 3 παιδιά με τη γυναίκα του, τα οποία μεγάλωσε προσφέροντάς τους όλα τα αγαθά και πάνω απ' όλα, αγάπη. Έζησαν καλά όλοι μαζί 40 χρόνια, πήγαν ταξίδια, έκαναν γιορτές, γέλασαν σε γεννέθλια, έκλαψαν σε αποφοιτήσεις, χόρεψαν σε γάμους και βαφτίσια. Μέχρι που η μητέρα των παιδιών χτυπήθηκε από Αλτσχάιμερ. Αρχικά ήταν τα κλειδιά, τα γυαλιά, τα συνηθισμένα μικροαντικείμενα. Μετά άρχισαν να φεύγουν οι διευθύνσεις, τα ονόματα, οι άνθρωποι, οι χώρες, ολόκληρα κομμάτια από τη ζωή της. Η επιδείνωση της εκφυλιστικής πάθησης ήταν αργή και βασανιστική, αλλά ο κύριος και τα παιδιά του στάθηκαν όλοι Κύριοι στο πλευρό της ασθενούς για δέκα ολόκληρα χρόνια, μέχρι το τέλος. Ποτέ δεν την άφησαν μόνη, ποτέ δεν την έδιωξαν από το σπίτι της, για να πάει σε ίδρυμα και να βολευτούν. Της έδωσαν όσα μπορούσαν -πουλησαν και σπίτι για τα έξοδα- και της κρατούσαν συνέχεια το χέρι, γιατί τους αγαπούσε και την αγαπούσαν.
Ο άνδρας είχε φτάσει πια 90 ετών, τα παιδιά του πενηντάρηδες, με δικά τους παιδιά και ένα πρώτο εγγόνι, δισέγγονο για τον κύριο, δηλαδή. Η κηδεία της έγινε με όλες τις τιμές και τη συγκίνηση που της έπρεπε και τους έπρεπε. 
ΣαρανταΜΙΑ μέρες μετά -μια μέρα μετά το μνημόσυνο- ο κύριος ξύπνησε, έβαλε το καλό του κοστούμι από προηγούμενες δεκαετίες που του χωρούσε ακόμα, φώναξε ταξί, πήγε στο δημαρχείο της περιοχής του και παντρεύτηκε την ακόμα εν ζωή, 80χρονη δέσποινα των λογισμών του, επί 55 συναπτά έτη. Τα αγόρια του το θεώρησαν αίσχος, ντροπή και ύβρι για την πεθαμένη μάνα τους και αποφάσισαν να μην του ξαναμιλήσουν. Μόνο η κόρη του ήταν εκεί ως μάρτυρας, περήφανη για τον πατέρα της. Το πρωτότοκο παιδί του. Εκείνο που εγγυμονούσε η πρώτη γυναίκα του όταν πήρε την απόφαση να την παντρευτεί.


There was a gentle gentleman who one fine day fell desperately and uncontrollably  in love with a very gentle fair lady. Mind you that both their Gentlenesses was written with capital G, like Gravity. The gentleman however, was already in another relationship and the lady with whom he was involved (her Ladyship writes with capital L, as well) announced her pregnancy, just at the moment when her partner was getting ready to announce to her the truth about the changed nature of his feelings. At that time, it was considered very disgraceful and unfathomed, according to the unwritten codes of chivalry, for a gentleman not to marry the woman who is carrying his child. So, he did what he should do. He honored and married her, leaving behind his heart in the hands of the love of his life, and walked away in painful silence.
The years passed, and the gentleman fathered 3 children with his wife, whom they raised offering ample love and making sure they never lacked anything. They all lived well together for 40 years. They travelled a lot and saw the world, they celebrated birthdays, they cried at graduations, they danced at weddings and laughed at baptisms. Until one day, that the mother of the family was hit by Alzheimer's. First it was the keys, the glasses, the kitchen utensils.Then, came the addresses, the people, the countries, the names of her children, entire pieces of her life fell to oblivion. The aggravation of her degenerative disease was slow and tortuous, but her husband and their children all stood alongside her troubled self for ten whole years until the end, never leaving her alone, always holding her hand. That was pure love and respect.
The man has now reached his ninety years, the children in their fifties, with their own children and even a first grandchild- a great grandson for their pater familiar, that is. The funeral of the deceased mother took place with all the due respect and the sadness expected.
Forty-one days later - just twenty four hours after her first memorial service - the gentleman woke up early in the morning, shaved, wore his best three piece suit from previous decades that still fit him, cut a rose from his garden, called for a taxi, went to the City Hall and married the eighty year old girl of his dreams for the last fifty five years. His sons felt great shame and disgrace about this unexpected turn in their father's late life. They considered his act an insult to their dead mother and decided not to speak to him again. Only his daughter was by his side, a witness to the wedding, proud for her father, understanding of his decision and happy for his happiness. She, his firstborn child. The one his late wife was carrying in her wound when he decided to marry her.

Wednesday, March 06, 2013

6-3, 6 μμ. Γιατί έτσι.

H ζωή είναι μια σκύλα. Όχι σαν αυτή που γεννά κουτάβια. Την άλλη. Αυτή που διασκεδάζει με την αμηχανία σου, όταν σου βάζει κοτρώνες και τσουκνίδες στο πιάτο της ημέρας και σου εύχεται ¨καλοφάγωτα¨. Αυτή που γίνεται αδίστακτη όταν σε προπονεί  στα μαθήματα επιβίωσης, για να προχωρήσεις στην επόμενη πίστα, ή όχι. Αυτή που δε διστάζει, δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να σε ρίξει στην ανακύκλωση σα διαρρηγμένη συσκευασία, να σε πετάξει στο σκοτεινό βαρέλι διχως πάτο, αλλά και στον έβδομο ουρανό με τα ροζ σύννεφα και τις χρυσές ευκαιρίες. Aυτά τα δύο τα κάνει με την ίδια ακριβώς ευκολία και χωρίς κανένα, μα κανένα λόγο. Κάποιες φορές τα κάνει και ταυτόχρονα, για να δει από τι στόφα είσαι φτιαγμένος, αν ζαλίζεσαι κι αν θα ξεράσεις από την υψομετρική διαφορά. Κάποιες άλλες στιγμές, σου πετάει πολλά δύσκολα μαζί (τσουκνίδες, πέτρες και καρφιά), για να δει αν τζάμπα ασχολείται μαζί σου και αν δεν αξίζεις καν παράταση. Κι όταν ρωτάς "μα γιατί εμένα?", εκείνη γελά. Άκου 'κει γιατί! Γιατί βρέθηκες μπροστά της και μπορεί, βρε! Γιατί έχει πάντα τον τελευταίο λόγο, είτε σου αρέσει, είτε όχι. Γιατί έχει τα κλειδιά του ντουλαπιού με τις χαρές του κουταλιού και τα ζαχαρένια του κόσμου που τόσο λαχταράς και ξέρεις καλά ότι μια στα τόσο θα σε αφήσει να χώσεις το δάχτυλο και να τα δοκιμάσεις. Αλλά μόνο άμα είσαι καλό παιδί, μαθαίνεις τα κόλπα σου και προσέχεις να μην της μπαίνεις στο μάτι. Κάτι τέτοιες ώρες γλυκές είναι που νομίζεις ότι έχεις κάποιον έλεγχο, ότι επιτέλους έχεις αρχίσει να την καταλαβαίνεις και να κερδίζεις την εμπιστοσύνη της. Νιώθεις ότι ξεκινάς να τη γνωρίζεις και να μαθαίνεις πως λειτουργεί, ότι πας να την βάλεις σε μια ρέγουλα μετά από τόσα εργαστήρια και τόσο διάβασμα. Τσαφ, τσουφ, το τρενάκι σου περνά δειλά-δειλά... Βλακεία. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, όλως τυχαίως θα πέσεις πάνω της, θα εκτροχιαστείς  και εκείνη θα κάνει ότι δε σε ξέρει. Θα σου γυρίζει την πλάτη χωρίς να ξαναγυρίσει να σε κοιτάξει, αφήνοντάς σε πάλι με την ίδια απορία: "μα γιατί εμένα; Μήπως είναι ιδέα μου; Μήπως είμαι ιδέα της; Μήπως όλα είναι μια ιδέα; Μήπως τελικά δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα;" Πίσω στο ρημαδοσημείο μηδέν, δηλαδή. Γιατί η ζωή είναι μια πολύ έξυπνη, πανέξυπνη, υπέροχη, απίστευτη σκύλα, που αυτοσχεδιάζει, χωρίς ρόλο, χωρίς πρόβα και χωρίς λόγο. Τι γιατί; Γιατί έτσι!
Κι έτσι ακριβώς, η έκτη ώρα της έκτης μέρας του τρίτου μήνα είναι η χειρότερη και η καλύτερη μέρα και η καλύτερή μου και η χειρότερή μου πλευρά. Το προσωπικό μου Γινγκ-Γιάνγκ. Η ιδιωτική μου Ερεβόν και το ιδιαίτερό μου Βατερλώ. Η ώρα και μέρα που η ζωή με έγδυσε εντελώς, με πέταξε ολόγυμνη στον δρόμο και στον κρύο, άγνωστο κόσμο και η ώρα και μέρα που με ακούμπησε γυμνή στη ζεστή του, λατρεμένη αγκαλιά (όχι με αυτή τη σειρά απαραιτήτως). Είνα ημερομηνία θεομηνία και ημερομηνία θεόσταλτη, γιατί σηματοδοτεί τη στιγμή που θέλω πάντα να θυμάμαι και τη στιγμή που θέλω συνέχεια να ξεχνώ. Είναι η δική μου αρένα όπου ο Έρωτας κι ο Θάνατος κονταροχτυπιούνται κάθε χρόνο και κάθε χρόνο έρχονται ισοπαλία. Είναι η μαύρη τρύπα μου όπου το Τέλος και η Αρχή ενώνονται σ' ένα μεγάλο Άγνωστο. Η συγκεκριμένη μέρα δεν ήταν με ραντεβού, δεν ήταν προγραμματισμένη. Απλά, έτσι αποφάσισε η ζωή, να της δώσει αυτό το κοσμικό και απόκοσμο νόημα. Έκτοτε, το Κακό με το Καλό αγκαλιάστηκαν σφιχτά σε ένα διπολικό μπλουζ, για να μην μπορώ να κλάψω ούτε από χαρά, ούτε από λύπη. Για να βιώνω τη συνεύρεσή τους ως σημείο μηδέν, όπου θετικό με αρνητικό γίνονται μάτι του κυκλώνα, εκεί που βασιλεύει η απόλυτη απραξία. Κάθε έκτη ώρα της έκτης μέρας του τρίτου μήνα, αιωρούμαι ακίνητη κοιτώντας υπνωτισμένα το κενό, ναυαγός του διαστήματος ανάμεσα στη ανείπωτη ευτυχία και την ανείπωτη φρίκη κι' ούτε λέξη, γιατί έτσι.

Tuesday, March 05, 2013

6-3-2003


Η μάνα πάντα θα σου λείπει. Κι αν η μάνα ήταν Μανούλα,
η τρύπα από την σφαίρα της απώλειας δεν επιδέχεται ράμματα.
Ξέχνα το κι' άσε την όπως είναι να μην ταλαιπωρείσαι από γιατρό σε γιατρό
κι από μοδίστρα σε μοδίστρα. Όλο και θα ξεχειλώνει μέχρι που
δε θα υπάρχεις πια εσύ και τη θέση σου θα έχει πάρει το κενό της.
Και έτσι θα είσαι όλα τα υπόλοιπα του κόσμου, εκτός από ο εαυτός σου.
Yπαρξιακός χαμελαίων γίνεσαι.
Στην κήρυξη πολέμου, η σειρήνα που ακούς και σου διαπερνά
τα επτά στρώματα σιγουριάς που με μεγάλη επιμέλεια στρώνονταν πάνω σου
το ένα πάνω στο άλλο σε καιρό ειρήνης (θυμάσαι την ασπίδα του Αχιλλέα;)
δεν είναι προειδοποίηση από κάποιον κρατικό υπάλληλο που κάθεται
πίσω από την ένδειξη 'πιέστε ερυθρόν κομβίον εν ώρα εισβολής'.
Η σειρήνα που ακούς και σου σηκώνει τις τρίχες σαν φρεσκοποτισμένο γκαζόν,
είναι θρήνος για την απώλεια της μάνας.
Γιατί η ειρήνη, η τάξη και η ασφάλεια, να ξέρεις, πάντα χάνονται μαζί της.
Όλοι οι άλλοι είναι ο εχθρός. Και θα σε βρουν εκεί που δεν το περιμένεις.
Στη φτέρνα.
Και η πλημμύρα που σε απέκλεισε από τους δρόμους και σε οδήγησε
στη σκεπή της απομόνωσής σου να κουνάς το μαντήλι
με την απόγνωση εκείνου που ελπίζει ότι κάποιο θαύμα θα γίνει για να σωθεί,
είναι τα δάκρυα για τον χαμό της μάνας σου. Πάλι.
Γιατί όταν τα έσταζες τότε φρέσκα, άγουρα και ανυποψίαστα στα μωσαϊκά,
σταγόνα-σταγόνα σαν αυτόματο πότισμα, δεν ήξερες ότι η μάνα σου
έφευγε για το ταξίδι με την τελευταία βάρκα της πλάσης.
Μετά, κολύμπι.
Κανένα τηλέφωνο δε θα ξαναχτυπήσει άσκοπα,
μόνο και μόνο για το "σε είχα έγνοια, ήθελα να σε ακούσω".
Κανένα "μην ανησυχείς" δε θα σου ξαναχαϊδέψει τα αυτιά,
κανένα "έλα, αγάπη μου, όλα θα πάνε καλά", "πάρε χοντρή ζακέτα γιατί κάνει ψύχρα"
δε θα σου ξαναχρυσώσει το χάπι.
Και ξέρεις κάτι; Γιατί τίποτα δε ΘΑ πάει καλά. Tο ήξερε κι εκείνη, χαζή δεν ήταν.
Το 'τώρα' σου απλά γυάλιζε από το πρωί ως το βράδυ με την άκρη από το μανίκι της
σα λυχνάρι του Αλλαντίν, για να βγαίνει το τζίνι να σου πραγματοποιεί τις ευχές και
να λες πότε-πότε μέσα σε τόση αλήθεια κι ένα "ρε συ, τι ομορφιά που έχει αυτή η ζωή!"


Monday, March 04, 2013

Εσύ, τι σόι ρόλο παίζεις;




Η Δουλτσινέα, αποχαυνωμένη από τη ζέστη και την αναμονή, κάθεται δίπλα στην Βεατρίκη που ακτινοβολεί φιλαρέσκεια ανάμικτη με βαρεμάρα. Η πρώτη φοράει συντηρητικό ντεπιές και ένα βιβλίο κλειστό, ακουμπισμένο στα γόνατά της εν είδει στριφώματος, για να κρύβει τα λίγα τετραγωνικά εκατοστά γυμνών ποδιών που προδίδει η κοντή της φούστα. Το βιβλίο υποδύεται β' αναπληρωματικό ρόλο σεμνότυφου ενδύματος, παρά ο,τιδήποτε άλλο. Δίπλα της, η Βεατρίκη -τόσο αιθέρια που καθίσταται σχεδόν ανυπόστατη- με καθρεφτάκι μικρό στα χέρια διορθώνει το ρίμελ της, ενώ το βλέμμα της εστιάζει κάπου στο αστερισμό του Οφιούχου. Ασυνόδευτες ήρθαν και σήμερα. Ο Δον Κιχώτης προτιμά τη Ρουσινάντη για τις μετακινήσεις του και ο Δάντης έχει κολλήσει σε κάποιο αστικό πουργατόριο. Είναι σίγουρο ότι και σήμερα θα φύγουν μόνες. Κάθε μέρα τα αντικείμενα του πόθου περιμένουν τον Γκοντό. Μηχανικά περιμένουν, χωρίς να αναμένουν πια τίποτα. Λίγο παραπέρα, ο Ντον Τζιοβάνι, με λαδωμένο μαλλί, κολλαρισμένο κοστούμι Καρούζος (vintage) και κίτρινο μαντιλάκι τσέπης, όρθιος και καθ' όλα έτοιμος για δράση, βηματίζει παραδώθε με ψηλά το κεφάλι, κοιτά κάθε δυο λεπτά το ρολόι του, ενώ ταυτόχρονα παρατηρεί και γύρω του αυθάδικα κι αχόρταγα με την άκρη του ματιού του τις οιστρογονοφόρες παρουσίες. Η Ντόνα Ελβίρα που τσιμπά αθώα στην πρόκλησή του, κοκκινίζει και χαμογελά ανταποκρινόμενη. Εκείνος επιβεβαιώνει την καλή του ψαριά κλείνοντάς της το μάτι. Το αρχέτυπο λέει ότι θα την παρατήσει πέντε λεπτά αφού του παραδοθεί. Το πρωτόκολλο λέει άλλα. Στο μεταξύ, ο πιστός -και πάντα στο πλευρό του- Λαπορέλο δεν έχει μυαλό και χρόνο για τέτοια παιχνίδια. Σηκώνει το βάρος του παραφουσκωμένου χαρτοφύλακα του αφεντικού, ενώ φουσκώνει και ξεφουσκώνει από την ανησυχία του, μή τυχόν και ξέχασε κάτι να πάρει μαζί του για την επικείμενή τους παρουσίαση στον σημαίνοντα πελάτη. Αυτόν, σύντομα θα τον φάει λάχανο το άγχος της δουλειάς και η αίσθηση της ευθύνης. Καρκίνος, ή καρδία στην καλύτερη περίπτωση, αν είναι ευλογημένος. Η Μήδεια λίγο παραπέρα, κάτισχνη και με μαύρους κύκλους από την αϋπνία και την κούραση, προσπαθεί να πνίξει τον καημό της καθ' οδόν για τη δουλειά, ενώ τραβολογά από το χέρι σα σακί με πατάτες ένα 5χρονο αγόρι, λες και της το έχουν φορτώσει με το ζόρι. Εκείνο με τη σειρά του την κοιτά σα θύμα απαγωγής, με γουρλωμένα τα μάτια από το φόβο και μουδιασμένα τα μέλη από την υποταγή. Η εκδίκηση στα γονίδια του δικού της Ιάσωνα, επειδή την εγκατέλειψε για την κόρη πλούσιου πολιτευτή. Ο Διογένης, αψηφώντας όλους και όλα, περνά σε πρώτο πλάνο με σκούπα, φαράσι και σκυμμένο κεφάλι ψάχνοντας την αλήθεια του στα σκουπίδια τους.
Επί σκηνής της Στάσης Πανόρμου, παράσταση των 8, πράξη πρώτη.

Friday, March 01, 2013

- Τι κάνεις;
- Μια από αποκαϊδια
- Αμα είναι ίδια, μην παραπονιέσαι.


diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna