Monday, January 28, 2013

ζωή σε λόγου του



Ήρθε να πει την καλή του κουβέντα. Την καλύτερη και τη σημαντικότερη δηλαδή. Γιατί όταν οι άλλοι αναπολούν τη μια ή την άλλη στιγμή, εκείνος απλά λέει το ασυναγώνιστο: "Ο μακαρίτης μου έδωσε φαϊ να ζήσω". Εκείνος τον κράτησε ζωντανό, ειδικά τον τελευταίο καιρό που έχει ξαναγίνει ανήμπορος σα νεογέννητο. Η μάνα του τον πέταξε έξω από την υγρή ζεστασιά της κρυψώνας της, στην τρικυμία της ζωής, ο μακαρίτης τον βοήθησε και επιπλέει ακόμα στα άγρια νερά της. Μετά από αυτό, οι όποιες αναμνήσεις και αποσπασματικές μνήμες του ενός και του άλλου, ανήμπορες να σταθούν στο ύψος της δήλωσης του άγνωστου γνωστού, υποκλίθηκαν μπροστά στο υπέρτατο υπαρξιακό ζήτημα και αποσύρθηκαν ηττημένες στο βάθος του καφενείου της παρηγοριάς. Υπάρχει πιο σοβαρό πράγμα από την ευεργεσία που εξασφαλίζει την επιβίωση;  Οι συγγενείς, αν και δεν θυμόνταν αυτόν τον αξιοπρεπώς παλιοκαιρισμένο κύριο, τον προσκάλεσαν να κάτσει στο τραπέζι τους, αποφεύγοντας τις κλασσικές ερωτήσεις -τα αδιάκριτα τι, πως, που, γιατί- για να μην εκτεθούν σε εκείνον που τιμούσε τον άνθρωπό τους και ευεργέτη του. Τον ξένο που σκούπιζε τα δάκρυά του διακριτικά. Τι σημασία έχουν οι λεπτομέρειες μπροστά στην ουσία της ανιδιοτελούς καλοσύνης και την ιερή στιγμή της αναγνώρισής της... Στο τέλος του καφέ, τον αποχαιρέτησαν ευγενικά και τον ευχαρίστησαν για τα λόγια του και για τον φόρο τιμής που απέτισε στη μνήμη του εκλιπόντος. Δεν ήξεραν αυτή την ευγενική πλευρά του πεθαμένου τους και ερχόταν σαν αναπάντεχο δώρο η αποκάληψή της.

Ναυαγός της ζωής, ελλιμενίζεται από κηδεία σε κηδεία. Κερνάει τους πονεμένους βάλσαμο από τα πέρατα του πόνου, με αντάλλαγμα ένα σακουλάκι κόλυβα και ένα ποτήρι κονιάκ, για να συνεχίζει την περιπλάνησή του. Δεν λέει ποτέ ψέμματα. Μόνο πραγματικά γεγονότα εξιστορεί για τους ακούσιους ευεργέτες του σε εκείνους που άφησαν πίσω τους. Θα έλεγε κανείς ότι είναι μια απόπειρα να λιώσει λίγο από τον πάγο της απώλειας, για να αμβλύνονται ελαφρά οι γωνίες του πένθους. Όσο για τα δάκρυα, αυτά είναι απόσταγμα ολοδικής του αλήθειας.

Sunday, January 27, 2013

μάνα είναι μόνο.


Η μάνα πάντα θα σου λείπει. Κι αν η μάνα ήταν Μανούλα,
η τρύπα από την σφαίρα της απώλειας δεν επιδέχεται ράμματα.
Ξέχνα το κι' άσε την όπως είναι να μην ταλαιπωρείσαι από γιατρό σε γιατρό
κι από μοδίστρα σε μοδίστρα. Όλο και θα ξεχειλώνει μέχρι που
δε θα υπάρχεις πια εσύ και τη θέση σου θα έχει πάρει το κενό της.
Και έτσι θα είσαι όλα τα υπόλοιπα του κόσμου, εκτός από ο εαυτός σου.
Yπαρξιακός χαμελαίων γίνεσαι.
Στην κήρυξη πολέμου, η σειρήνα που ακούς και σου διαπερνά
τα επτά στρώματα σιγουριάς που με μεγάλη επιμέλεια στρώνονταν πάνω σου
το ένα πάνω στο άλλο σε καιρό ειρήνης (θυμάσαι την ασπίδα του Αχιλλέα;)
δεν είναι προειδοποίηση από κάποιον κρατικό υπάλληλο που κάθεται
πίσω από την ένδειξη 'πιέστε ερυθρόν κομβίον εν ώρα εισβολής'.
Η σειρήνα που ακούς και σου σηκώνει τις τρίχες σαν φρεσκοποτισμένο γκαζόν,
είναι θρήνος για την απώλεια της μάνας.
Γιατί η ειρήνη, η τάξη και η ασφάλεια, να ξέρεις, πάντα χάνονται μαζί της.
Όλοι οι άλλοι είναι ο εχθρός. Και θα σε βρουν εκεί που δεν το περιμένεις.
Στη φτέρνα.
Και η πλημμύρα που σε απέκλεισε από τους δρόμους και σε οδήγησε
στη σκεπή της απομόνωσής σου να κουνάς το μαντήλι
με την απόγνωση εκείνου που ελπίζει ότι κάποιο θαύμα θα γίνει για να σωθεί,
είναι τα δάκρυα για τον χαμό της μάνας σου. Πάλι.
Γιατί όταν τα έσταζες τότε φρέσκα, άγουρα και ανυποψίαστα στα μωσαϊκά,
σταγόνα-σταγόνα σαν αυτόματο πότισμα, δεν ήξερες ότι η μάνα σου
έφευγε για το ταξίδι με την τελευταία βάρκα της πλάσης.
Μετά, κολύμπι.
Κανένα τηλέφωνο δε θα ξαναχτυπήσει άσκοπα,
μόνο και μόνο για το "σε είχα έγνοια, ήθελα να σε ακούσω".
Κανένα "μην ανησυχείς" δε θα σου ξαναχαϊδέψει τα αυτιά,
κανένα "έλα, αγάπη μου, όλα θα πάνε καλά" δε θα σου ξαναχρυσώσει το χάπι.
Και ξέρεις κάτι; Γιατί τίποτα δε ΘΑ πάει καλά. Tο ήξερε κι εκείνη, χαζή δεν ήταν.
Το 'τώρα' σου απλά γυάλιζε από το πρωί ως το βράδυ με την άκρη από το μανίκι της
σα λυχνάρι του Αλλαντίν, για να βγαίνει το τζίνι να σου πραγματοποιεί τις ευχές και
να λες πότε-πότε μέσα σε τόση αλήθεια κι ένα "ρε συ, τι ομορφιά που έχει αυτή η ζωή!"



τέσσεροι στίχοι


(τοίχος με φως από βρεγμένους προβολείς αυτοκινήτου)



Σεφέρης, Σαχτούρης και Εγγονόπουλος
μαζεύτηκαν και κοινώνησαν μέσα σε τέσσερεις τοίχους.
Και οι τέσσερεις τοίχοι κρυφάκουγαν κι' έβαζαν μυαλά από
Τον Σεφέρη, τον Σαχτούρη και τον Εγγονόπουλο.
Κι απέκτησαν ιδέα για τον εαυτό τους, που έγιναν τέσσεροι στίχοι.
Ορθώθηκαν περήφανοι για τις ρωγμές και τις υγρασίες τους.
Τις αποκάλεσαν ρυτίδες εμπειρίας και δάκρυα ευαισθησίας.
Κι άμα τους πετούσες καμιά κοτσάνα ή ό,τι άλλο πέφτει σε τοίχο,
Σου την ξαναπέταγαν πίσω στα μούτρα σου.
Έτσι ήταν οι σοφοί τοίχοι, οι περήφανοι για την ιστορία τους.

Τώρα, κούφιοι τοίχοι, κουφοί κι αγράμματοι.  Σκέτα ντουβάρια.
Άδειοι τοίχοι, με άδειες κατεδάφισης.




Friday, January 25, 2013

στο υπόστεγο, μέχρι να κοπάσει το χαλάζι και να συνεχίσει η επιστροφή για το σπίτι με τα πόδια, λόγω απεργίας των μαζικών μέσων μεταφοράς.



-Μήπως έχετε σπίρτα; Μου τελείωσε η βενζίνη του αναπτήρα.
-Το'κοψα πριν μια βδομάδα. Την επόμενη θα το ξαναρχίσω. Ακόμα να γίνει τεκμήριο πολυτελούς διαβίωσης ο μπικ; Καλομελέτα... 
-Μη λέτε τέτοιες κουβέντες και πεινάω σα λύκος. Έχω να φάω από χθες κι έχει σχεδόν βραδυάσει.
-Ξεροσφύρι καφές, θα πάθεις στομάχι. Να παίρνεις ένα θεσσαλονίκης. Κάτι.
-Συνήθεια...
-Αυτή είναι που φταίει για όλα τα κακά. Για καλό δεν είναι ποτέ πάντως.
-Συνηθίζεις τα χάλια. Αυτά είναι που τη χρειάζονται. Τα καλά, ούτε που την ξέρουν. Δεν κρατάνε βλέπεις, για να την έχουν ανάγκη.
-Έτσι είναι η σκάλα για την Κόλαση. Συνήθεια-συνήθεια, πας όλο και πιο κάτω, χωρίς να το πολυπάρεις είδηση.
-Καλή κατάβαση.
-Επίσης.



Wednesday, January 23, 2013

Thursday, January 17, 2013

κλασσικό εφήμερο / classical ephemeral

Μια μερα, εκεί που περιπλανιόταν χαμένος στην έλλειψη νοήματος, έπεσε πάνω του, ως απο μηχανής θεά. Σαστισμένος, έπεσε κι εκείνος με τα μούτρα στις κλασσικές της χάρες, και με καθόλου κλασσική ψυχραιμία -σαν ρομαντικός φιλέλληνας- έφαγε με το κουτάλι την ελληνική τραγωδία τους (του κόστισε το λάθος σκεύος, φυσικά), μέχρι που έθαψε τα απομεινάρια της εν μέσω αρχαίων ερειπίων και πλήθος συγχρόνων απορριμάτων, εν είδει κτερισμάτων. Στη συνέχεια, με το κεφάλι στα παπούτσια του και το δισάκι του στον ώμο, επέστρεψε αδειασμένος στην πατρίδα του με ωτοστόπ, για να συναντήσει τον άλλο του εαυτό, τον Κέρουακ, ο οποίος τον περίμενε όλο αυτόν τον καιρό στο ίδιο σκαμπό, στο ίδιο μπαρ, καταπίνοντας το φτηνό ουίσκυ που παράγγελνε αδιάκοπα ο μπαρόφιλός του, ο Μπουκόφσκι, ο οποίοs ήθελε να διατηρεί συνέχεια το λιώμα του, για να μην αναγκαζεται να ακούει τις ανόητες ιστορίεs τρίτων.

                                                             ))<<*>>((

One day, as he was wondering, lost in the lack of meaning, she fell on him, like a goddess ex machina and cought him off guard. Bewildered, he fell head over heals on her classical charms, with a not at all classic composure. Like a romantic philhellene, he consumed their greek tragedy by the barrel (this wrong consumption medium costed him greatly, naturally) until he buried its remains amidst ancient ruins and contemporary garbage. Then, with his head at his feet, he saddled his back with his pack and hitch-hiked back home empty-hearted, to meet Kerouak -his twin half- who was waiting for him all this time at the same stool, same bar, drowning himself in whiskey shots ordered by his drinking buddy, Bukowski, who in his turn did not want to be conscious enough to be bothered with somebody else's nonsensical stories.




Monday, January 14, 2013

Ν



Πάρκαρα και σήμερα το αυτοκίνητο στο ίδιο σημείο του παράδρομου της Κηφισίας. Βγήκα και καθώς το κλείδωνα, για πρώτη φορά, της έδωσα σημασία. Σα να μου τράβηξε υποσυνείδητα την προσοχή η άηχη απελπισία της, να με ρούφηξε το αρνητικό πεδίο της, σα μαύρη τρύπα. Πρέπει να έχω παρκάρει μπροστά της αμέτρητες φορές. Κάθε φορά, τραβάω χειρόφρενο, βγαίνω στο ίδιο αυτό σημείο και της γυρνώ την πλάτη τρέχοντας προς το δρόμο, την κίνηση και τις διεκπεραιώσεις μου. Κάθε φορά, εκείνη στέκεται εκεί, ψηλή και μελαγχολική και αδιάφορη στους περαστικούς. Αυτή τη φορά όμως, στάθηκα και σαν τη γυναίκα του Λωτ, γύρισα να κοιτάξω. Πρέπει να χτίστηκε στις αρχές του 70 με εκείνη την αισθητική που υπαγόρευε παντελή έλλειψη συναισθήματος και προσωπικότητας, αλλά πολυτελείς προδιαγραφές με ακριβά υλικά της εποχής. ‘Εχει πυλωτή για τα αυτοκίνητα, στενά μπαλκόνια γύρω-γύρω και έναν μεγάλο χορταριασμένο κήπο. Ο οικοπεδούχος είχε τοποθετήσει μαρμάρινα παλιά φορούσια εδώ και εκεί στην κοινόχρηστη πρασιά, εν είδει διάσπαρτων ‘αρχαίων’, που κάποτε θα διακοσμούσαν ένα καλοκουρεμένο γκαζόν. Τώρα, σα διάσπαρτα ακρωτηριασμένα μέλη, απλά  επιβεβεβαίωναν τη θνησιμότητα του κτίσματος. Μαγεμένη από το τριώροφο φάντασμα εν μέσω τόσης ζωντανής αδιαφορίας, άρχισα να το πλησιάζω διστακτικά. Το πεζοδρόμιό του ήταν γεμάτο περιττώματα σκύλων και σκουπίδια. Η καγγελόπορτα, μισοσκουριασμένη και ορθάνοιχτη. Ούτε ένα αυτοκίνητο δεν υπήρχε στις θέσεις στάθμευσης των πάλαι ποτέ κατοίκων.Τα παντζούρια ξεφτισμένα και όλα κλειστά. Σκέφτηκα ένα άδειο καύκαλο χελώνας. Η γνωστή περιέργεια με έσπρωξε να κατέβω τα σκαλιά, για να δω τι έλεγε το τοιχοκολλημένο χαρτί πάνω στο τζάμι της κεντρικής εισόδου. Ήταν ειδοποίηση της ΕΥΔΑΠ από τον προηγούμενο μήνα, που παρότρυνε με επείγοντα τόνο τον ιδιοκτήτη να επισκεφθεί άμεσα το αρμόδιο τμήμα, για να διαλευκάνει γιατί ο μετρητής του δείχνει υπερκατανάλωση σε σχέση με παλαιότερους λογαριασμούς. Ο ιδιοκτήτης δεν δείχνει να ενδιαφέρεται, ή να υπάρχει. Κοιτώντας τα κουδούνια για να αποφασίσω τι από τα δύο ίσχυε, διάβασα ένα μοναχικό όνομα: Ν. Πάσχος, 3ος όροφος. Ακόμα ένα κουδούνι δήλωνε ανθρώπινη παρουσία. Όλα τα άλλα ήταν κενά. Ν. Πάσχος,  ισόγειο. Ο κύριος Πάσχος υπέθεσα πως ήταν εκείνος ο καπετάνιος που απομένει μόνος πάνω στο πλοίο που βουλιάζει. Στο βάθος της πυλωτής διέκρινα ένα αυτοκίνητο. Ο κύριος Πάσχος οδηγεί ένα Audi 100 του 1980, υπέθεσα. Είδα ότι η πόρτα του γκαράζ ήταν μπαλωμένη και λειτουργική. Ο κύριος Πάσχος πρέπει να κινείται ακόμα. Απομακρύνθηκα από τη σκοτεινή και κλειστή είσοδο και έγραψα μια περιμετρική βόλτα, για να εντοπίσω κάποιο επιπλέον ίχνος ζωής. Στον τρίτο όροφο τα παντζούρια μιας μπαλκονόπορτας ήταν ανοιχτά. Ο κύριος Πάσχος θέλει να βλέπει φως, ακόμα. Πριν βγω από την καγκελόπορτα στο παραμελημένο πεζοδρόμιο, εντόπισα μια ντάνα καυσόξυλα επιμελώς στοιβαγμένη σε μια γωνία, έτσι ώστε να μην είναι ορατή από τον δρόμο. Ο κύριος Πάσχος πασχίζει να διατηρείται ζεστός, ακόμα. Ο κύριος Πάσχος παραμένει συνεπής στο όνομά του. Το παλεύει, ακόμα. Πρέπει να είναι γύρω στα 80 και άδειος, όπως η πολυκατοικία του. Πρέπει να είναι παραιτημένος στην πτώση του, όπως τα μαρμάρινα φορούσια στον χορταριασμένο κήπο του, που κάποτε αποτελούσαν άποψη διακόσμησης και τώρα ανασταίνουν επίπονες μνήμες παριστάνοντας πεσμένα μνήματα.
Κόποτε, κάποιοι ζούσαν μαζί με τον κύριο Πάσχο. Κλείδωναν πόρτες, τσακώνονταν, διαταράσσοντας τις ώρες της ησυχίας του, του πλήρωναν κοινόχρηστα, τον καλημερίζαν στο ασανσέρ, του εύχονταν χρόνια πολλά στην ονομαστική του εορτή. Ν όπως Νικόλαος, Νικηφόρος, Νικίας, Ν όπως Nέος. Όπως τότε που το μικρό του όνομα νοηματοδοτούσε τη ζωή και υπερτερούσε ακόμα του μεγάλου. Όπως γίνεται και με τα ζώδια, όπου ο ωροσκόπος αποκτά περισσότερη σημασία μετά από κάποια ηλικία.
- Eίπες τίποτα;
- Τίποτα.




Tuesday, January 08, 2013

Xperiment


Τότε, μέσα σε 3 ώρες
επιβιβάζονταν στις όχθες της επιθυμίας κι αποβιβάζονταν στους κόλπους της πληρότητας. Μπαίναν αγράμματοι και αποχωρούσαν γνωστικοί. Αλληλοκαταβροχθίζονταν σαν μαύρες τρύπες και χωρίζανε σαν υπερκαινοφανείς. Ξεκίναγαν από το τέλος της αιτίασης και κατέληγαν στις όχθες του παραλόγου. Φύτευαν χούφτες ερωτηματικά και γεύονταν τις ζουμερές σάρκες των απαντήσεων, φτύνοντας κι άλλα ερωτηματικά για να φυτρώνουν κι οι  απαντήσεις της επόμενης συνάντησής τους. Τότε, όλα όσα έχουν συμβεί και όλα όσα θα μπορούσαν να γίνουν χωρούσαν στη μαγική γυάλα με τους λαχνούς των εκατομμυριαπλεκατομμυριάκις εκατομμυριαπλεκατομμυριάκις εκατομμυρίων συνδυασμών και  πιθανοτήτων τους, πάνω στο κομοδίνο, δίπλα στο προσκεφάλι τους, σε δωμάτιο 3x3, με 0 θέα, και 1 μπάνιο που ίσα-ίσα χώραγε 1 άτομο τη φορά.
Σήμερα,
μέσα σε 3 ώρες δεν πρόλαβαν καν να συγχρονίσουν τα βήματά τους σε 1 απλό χορευτικό για αρχάριους. Στον κοινό χρόνο και σε ορθάνοιχτό χώρο, μόλις που χώρεσαν 2 ημιτελείς αναλύσεις, 5 ανταλλαγές γενικών πληροφοριών, 3 αναγνωρισμένες νευρικές κινήσεις και 7 κλεφτές, υγρές ματιές. Το σύνολό τους χωρά σε 5 γραμμές σχολικού τετραδίου. Όλα υπέροχα προκαταρκτικά, ατελή και μετρημένα, σαν περίληψη πρώτου μαθητικού έρωτα.
Νομίζω ότι μόλις απέδειξα ότι ο χωροχρόνος είναι και ελατός και όλκιμος και η αντίληψη είναι ταυτόχρονα συμπαντική και άπειρη  (με την ανθρωποκεντρική έννοια οπωσδήποτε).


(Με αφορμή ένα αριστούργημα που έπεσε στα χέρια μου)

Friday, January 04, 2013

ταχύρρυθμα ΧLXS



"Αν το κουνέλι ήθελε να ζήσει, θα μάθαινε κολύμπι".
Tίναξες τα νερά από πάνω σου σα σκύλος και συνέχισες το μάθημα 'επιβίωση-εξέλιξη: 1-0'
"Όσοι προσαρμόζονται με ταχύτητα μικρότερη εκείνης του φωτός δε θα καταφέρουν να δουν το φως της επόμενης μέρας, σε αυτή τη μοριακή σύνθεση, τουλάχιστον. Γι'αυτό,
αν τα παιδιά μας αγαπούν τη ζωή και προσβλέπουν στο αύριο, θα βγάλουν βράγχια σήμερα.
Με πλησίασες και καρφώνοντάς με κατάματα είπες,
"Να το κοιτάξεις αυτό το στιγμιαίο βλεφάρισμά σου. Χάνεις εκείνο το καθοριστικό πέρασμα,
αυτό το 'από τη μια στιγμή στην άλλη' και μετά το χρησιμοποιείς ως σχήμα λόγου, για να σε οικτίρουν. Έτσι ανοίγεις τρύπες και διαταρράσεις τη συνοχή.  Ξεχνάς ότι τα συναισθήματα αφήνουν παντού κενά; Κάθε τρύπα λειτουργεί διασπαστικά και επιφέρει υπαρξιακή οστεοπόρωση. Είναι θέμα χρόνου η αποσάθρωση. Αυτά για τώρα. Αύριο, θα μιλήσουμε για τη μετάλλαξη και πως τη φτιάχνουμε μόνοι στο σπίτι, με απλά υλικά από το σούπερ-μάρκετ".

Wednesday, January 02, 2013

Η Έλλη θέλει άλλα.


"Όπου ο αέρας μυρίζει μπαρούτι, οι προσωπικές επαναστάσεις αναβάλλονται"

H Ρεβεγιόν της κρίσης είναι βεγιόν χωρίς 'ρε'. Κουτσουρεμένη και κατάτι πιο στενή στις μασχάλες. Σαν παλιό ρούχο από άλλες εποχές που ξαναβρίσκει τη θέση του στη ντουλάπα λόγω ανάγκης. Αυτή η ανάγκη για λίγο γκλίτερ στη ζωή της, που τελευταία βομβαδίζεται από όλες τις αποχρώσεις του γκρίζου, εξώθησε την Έλλη να καλέσει τα τρία ζευγάρια των κοντινότερων φίλων τους στο σπίτι για την Παραμονή του Νέου Έτους. Τι έτους δηλαδή, πες έπους καλύτερα, με όλα όσα προβλέπονται να διαδραματιστούν και που θα αλλάξουν τη ζωή τους άρδην στους επόμενους μήνες. Μία που φεύγει η κόρη της για σπουδές στην κοντινή και οικονομική Ρουμανία - θέλει να σπουδάσει ιατρική στο εξωτερικό μιας και δεν είναι του είκοσι και φυσικά δεν κοίταξε για λύση στη δύση όπως θα έκανε πριν μερικά χρόνια - έβαλαν για πώληση το εξοχικό και το οικόπεδο στη Εύβοια, για να ανταπεξέλθουν με τους φόρους που έχουν καταντήσει βρόγχος και η μάνα της τη βγάζει δεν τη βγάζει μέχρι την άνοιξη. Πολλά στο πιάτο της Έλλης. Έτσι της κόπηκε η όρεξη κι έχασε τα πέντε κιλά που ήθελε πάντα να χάσει. Κάτω από άλλες συνθήκες, θα ήταν συνέχεια μπροστά στον καθρέφτη και θα καμάρωνε την εικόνα της με σέξυ ρούχα που αναδεικνύουν τις καμπύλες της. Τώρα όμως, πιο πολύ την απασχολεί που πρέπει να στενέψει όλες τις φούστες και τα παντελόνια και σκέφτεται περισσότερο το λογαριασμό της μοδίστρας, παρά τη μέση δαχτυλίδι της. Δεν πιάνουν και τα δάχτυλά της, για να τα ρετουσάρει μόνη της.
Η Έλλη ήταν πάντα το αρχετυπικό θηλυκό, ή γυναίκα ερωμένη, η 'άλλη' γυναίκα. Έπαιζε το μάτι της, στριφιγύριζε στην καρέκλα της, δεν καθόταν ήσυχη ποτέ. Πότε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, όλο και κάποιος κομπάρσος διεκδικούσε πρωταγωνιστικό ρόλο στην έγγαμη ζωή της. Από τον πέμπτο χρόνο του γάμου της άρχισαν τα δαιμόνια να την πολυορκούν κι ας ήταν και λεχώνα. Η πλήρης άλωση επήλθε με την επέλαση του αφεντικού της που την 'παρέσυρε' με το αρρενωπό του status και τη μαύρη, στιλπνή και γρήγορη porsche του. Το ειδύλλιο ήταν πιο μυστικό κι από το μήνυμα στο δίσκο της Φαιστού (τότε δεν είχε αποκρυπτογραφηθεί ακόμα), αλλά και τόσο καυτό και καταιγιστικό όσο το Κρακατόα. Το έκαναν όπου μπορούσαν, όπως μπορούσαν και όταν μπορούσαν. Η Έλλη ξανάνιωσε μετά τη γέννα και τα μαμαδίστικά και ξανάγινε η επιθυμητή γυναίκα που ήταν ανέκαθεν, από τότε που είχε πρωτογνωριστεί με το Μιχάλη, στο δεύτερο έτος της σχολής. Φυσικά, από εκείνες τις μετεφηβικές και ανέμελες εποχές μέχρι την πρώτη εξωσυζυγική της σχέση, η καθημερινότητα της συγκατοίκησης και η ρουτίνα του γάμου κατάφεραν σταδιακά και με σταθερούς ρυθμούς να εξαφανίσουν την μνημειώδη αυτοεκτίμηση και την ακόρεστη λίμπιντο της Έλλης, έργο αξιοσημείωτο που αποδεικνύει και την ορθότητα της γενίκευσης "αν θες να σκοτώσεις τον έρωτα, μετακόμισε μαζί του στο ίδιο σπίτι". Η θυελλώδης σχέση με τον ιππότη Hugo Boss τέλειωσε σύντομα, όταν κατάλαβε ότι ούτε εκείνη, αλλά κυρίως ούτε εκείνος θα έκαναν το θαραλέο σάλτο στο κενό, για να υπερπηδήσουν την κοινωνική τους διαφορά και να πέσουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Έτσι γύρισε ο κύριος στην κυρία της βίλας στην Εκάλη και η Έλλη στον Μιχάλη του ρετιρέ στο Παγκράτι. Το μικρόβιο όμως είχε φυτευτεί βαθιά μέσα στα σπλάχνα της Έλλης και η Έλλη έγινε φορέας του ετεροπροσδιορισμού της. Όπως προδιαγράφει η πορεία της πάθησης το ένα αντικείμενο του πόθου ερχόταν όταν το άλλο έφευγε, για να μη μένει ποτέ η Έλλη ανεπιβεβαίωτη και ανασφαλής ότι δεν 'μετράει' σα γυναίκα. Το μόνο σημείο αναφοράς της ύπαρξής της ήταν η κατάκτηση του θαυμασμού του άλλου και κατ'επέκταση οι οργασμοί και των δυο τους. Αλλά η Έλλη χρύσωνε καλά το χάπι της και πάθαινε εμμονή με τον καθένα τους ξεχωριστά, πάθαινε έρωτα. Ήθελε όλο το παραμύθι, για να λητουργήσει. Όμως ο κάθε έρωτας ήταν μικρότερος από τον επόμενο, μέχρι που γνώρισε τον Αποστόλη, με τον οποίο ταυτίστηκε πλήρως σε όλα τα επίπεδα, αποφάσισε να τον αναγνωρίσει ως αδερφή ψυχή και στα 40φεύγα της έγινε εντελώς φευγάτη. Ήταν ακόμα όμορφη, τσαχπίνα και σέξυ, ήταν ενδιαφέρουσα και μορφωμένη, είχε και χιούμορ. Είχε όμως και μια βιολογική βόμβα που κουβαλούσε λόγω ηλικίας, την οποία έπρεπε να απενεργοποιήσει το συντομότερο δυνατό με τεχνητή έκρηξη, ώστε να μην την πάρει το ωστικό κύμα του χρόνου και την πετάξει στον αγύριστο και τα αζήτητα. Και πάνω που ήταν να κάνει το "μπαμ" της και να τα αφήσει όλα σύξυλα για να πάει γι' άλλα, ξαναπήγε γυάλα. Γιατί ο Αποστόλης δήλωσε με ασάφεια χρησμού " έχω ανυπέρβλητο πρόβλημα" και ξαναμαζεύτηκε σπίτι του στην Πεύκη -ήταν κι αυτός παντρεμένος- στη γυναίκα και τα παιδιά του. Έτσι η επανάσταση της Έλλης ανεβλήθη μέχρι νεωτέρας. Ο Μιχάλης ήταν καλός οικογενειάρχης, αλλά πολύ συμβατικός και ροβλέψιμος, γι αυτό και στο κρεββάτι την έβρισκε μαζί του μόνο μεθυσμένη. Πολύ μεθυσμένη. Κι επειδή σπάνια έπινε, σπάνια του καθόταν. Έτσι ο Μιχάλης άρχισε να στραβώνει από την αποχή και τον ορμονικό αποκλεισμό και να γίνεται όλο πιο στριμμένος και 'μη μου άπτου'. Τα πρώτα χρόνια του έφταιγαν όλα γενικά, μέχρι που εντόπισε όλα τα δεινά του κόσμου στην Έλλη και έτσι έφταιγε πια μόνο αυτή για όλα. Και έτσι πέρασαν εκ του παραλλήλου και τα καθόλου περιπετειώδη και αδιάφορα χρόνια του Μιχάλη, με αυτή τη γεύση ξινίλας και μιζέριας, για να φτάσουμε στο σήμερα. Την Παραμονή. Στο σπίτι του Μιχάλη και της Έλλης, που έχουν καλέσει για ρεβεγιόν τα τρία ζευγάρια φίλους. Τα δύο από τις κολλητές της Έλλης και το τρίτο από τον κολλητό του Μιχάλη. Η Έλλη αποφάσισε φέτος να κάνει ρεβεγιόν για να σπάσει τη γκίνια της χρονιάς που φεύγει, να δείξει σε όλους πόσο απαστράπτουσα μπορεί να γίνει, πόσο υπέροχα υποδέχεται κόσμο και να θυμίσει στο Μιχάλη ότι είναι αναντικατάστατη. Πριν από κάποιες χρονιές η Έλλη βίωνε τη ρεβεγιόν με τον άντρα της σε κάποιο φιλικό σπίτι σαν αναγκαίο κακό, σα χρονική γέφυρα που θα την ένωνε με τον εκάστοτε εραστή της. Τώρα, η Έλλη άλλαξε και θέλει άλλα. Γιατί ο Μιχάλης, μπορεί να είναι πεζός, αλλά είναι ο δικός της άνθρωπος, ο πατέρας των παιδιών της, είναι σταθερός και λογικός, αυτός που την έχει βοηθήσει σε όλα τα δύσκολα. Αυτά μετράνε πια. Ο Μιχάλης έχει τη σίγουρη δουλειά του και τον καλό μισθό του. Από εκεί που ήταν ο υπάλληλος, τώρα είναι ο προνομιούχος. Μαζί θα τα βγάλουν πέρα στον Αρμαγγεδώνα. Ο Μιχάλης δεν την άφησε τόσα χρόνια με τα τερτίπια της, σήμερα θα την αφήσει που επέλεξε να γίνει καλή σύζυγος; Ο Θεός να τον έχει καλά τον Μιχάλη μου, σκέφτηκε με μπόλικη ανακούφιση και μια πρέζα πανικού με την υπόνοια της σκέψης ότι μπορεί να βρεθεί η άλλη Έλλη -το αρνητικό της- και να της τον ξεμυαλίσει. Όπως είναι ντυμένη γιορτινά, καμαρώνει το οπλοστάσιό της στον καθρέφτη και τρέχει βιαστικά στο Μιχάλη, σαν από υποσυνείδητη ανάγκη να περιφρουρήσει τα κεκτημένα της, να σημαδέψει την περιοχή της. Τον φιλά στο στόμα μισοπαθιασμένα, μισοπαιχνιδιάρικα, αφήνοντας ίχνος από κόκκινο κραγιόν στα χείλη του και υπόσχεται να του παραδοθεί άνευ όρων τις πρώτες ώρες του νέου χρόνου, με το που θα φύγουν οι καλεσμένοι. Ξέρει ότι μέχρι τότε ο Μιχάλης θα έχει φάει τρία πιάτα από τις σπεσιαλιτέ που μαγείρεψε με τα χεράκια της, θα έχει συγχυστεί με τα πολιτικά, θα έχει εξαντληθεί σε αδιέξοδες κουβέντες για τις επιπτώσεις της κρίσης, θα έχει πιει τόσο ουίσκυ ανακατεμένο με κρασί, που δε θα του σηκώνεται ούτε με γερανό. Παίζει η Έλλη τόσο καλά το παιχνίδι, που ξέρει και να κερδίζει τον άντρα της και να μην καταλαβαίνει πλέον κι η ίδια ότι παίζει παιχνίδι. Κι αυτό σημαίνει ότι αν μια στα χίλια προκύψει και σεξ, μπορεί να προσποιηθεί τόσο καλά, που στο τέλος θα το ευχαριστηθεί. Όλα στο μυαλό είναι.


diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna