Sunday, September 30, 2012

εθΥμοτυπικό / ceremonial


Μόλις υποπέσει στην αντίληψη του ενός ότι κάποιο βιωματικό τους σημείο πάει να σβήσει από τον χάρτη της κοινής τους γεωγραφίας, όπου κι αν βρίσκεται, ό,τι κι αν κάνει στέλνει στον άλλον το συνθηματικό μήνυμα και κανονίζουν το επόμενό τους κρίσιμο ραντεβού. Τα αφήνουν όλα στη μέση, για να συναντηθούν στο ετοιμοθάνατο μέρος, λίγες ώρες πριν καταλήξει και να κάνουν έρωτα. Στα εστιατόρια, συνήθως πηγαίνουν και το κάνουν στις τουαλέτες. Μπαίνει πρώτα ο ένας στην τουαλέτα του φύλου του, επιβεβαιώνει ότι ο χώρος είναι άδειος κι ύστερα, διακριτικά και ανενδοίαστα τρυπώνει μέσα κι ο άλλος και κλειδώνει πίσω του την πόρτα. Φροντίζουν να μην κάνουν καθόλου θόρυβο και βέβαια αυτή η συνωμοσία του απαγορευμένου εκδφενδονίζει την ηδονή τους στη στρατόσφαιρα. Τη φορά που το αγαπημένο τους στέκι μόλις είχε ανακοινωσει την επικείμενή του ευθανασία προς ανέγερση μόλ που απαλλοτρίωσε ολο το τετράγωνο, έτρεξαν εκεί άρον άρον, αν και μόλις φαγωμένοι. Επειδή οι τουαλέτες ήταν μη προσβάσιμες λόγω βλάβης κατάφεραν να κορυφώσουν ο ένας τον άλλον κάτω από το τραπεζομάντηλο, καρφώνοντας σημαία στο μυστικό τους Έβερεστ ενόσω οι  λίγοι συνδαιτημόνες συτίζονταν ανύποπτοι στο μικρό εστιατόριο που βυθιζόταν στη λήθη, στους πρόποδες του Λυκαβηττού.
Αυτό το έθιμο παγιώθηκε εδώ και δυο-τρία χρόνια αρχής γενομένης με το μπαρ στο οποίο σύχναζαν και που από τη μία μέρα στην άλλη έβαλε λουκέτο. Το μνημόνευαν καιρό και το έφεραν βαρέως, περισσότερο γιατί δεν προλαβαν ποτέ να το αποχαιρετήσουν δεόντως. Έτσι, μια μέρα που περνούσαν απέξω, μπήκαν αυτόματα στο άδειο κουφάρι του και συνευρέθηκαν πάνω στη μπάρα. Στη συνέχεια, αφού είδαν ότι η χιονοστιβάδα που έπαιρνε σβάρνα τα στέκια τους το ένα μετά το άλλο όλο και θέριευε, αποφάσισαν από κοινού -χωρίς να το συζητήσουν ποτέ- ότι θα τα σφράγιζαν με αυτό τον τρόπο, το ένα μετά το άλλο και ει δυνατόν πριν κλείσουν τις πόρτες του στον έξω κόσμο.
Πες ότι έτσι βγάζουν τη γλώσσα στο τελεσίδικο, πες ότι δίνουν το γλωσσόφιλο της ζωής στο καταδικασμένο, πες ότι θέλουν να πιτσιλίσουν τους τοίχους με την ουσία τους και να αφήσουν το ανεξίτηλο αποτύπωμά των πρώην και τελευταίων εραστών. Ίσως αποθηκεύουν μνήμες πριν από κάθε κατεδάφιση για να τις χρησιμοποιήσουν ως οικοδομικά υλικά στη σχέση-φάντασμα που τους στοιχειώνει σα γιαπί εδώ και χρόνια. Μπορεί ο έρωτας να είναι το πιο ζωοφόρο ξόρκι και η τελειότερη τελετή λήξης. Μπορεί η πεμπτουσία του οργασμού να είναι όντως η απώλεια και το ζητούμενο του καθενός να είναι η διαγραφή του άλλου. Μπορεί και να ισχύουν όλα αυτά μαζί.  Σημασία πάντως έχει ότι η ηδονή πήρε μετάθεση κι από εντατική που ήταν παλιά, έγινε κατεπείγουσα και αποκλειστική στη νοσηλεία της σημερινής τους ύπαρξής. Όταν βρίσκονται δε μιλάνε καθόλου πια. Μόνο αγγίζονται τελετουργικά σε χώρους που εκπνέουν.

*********************************************************************************************************


Αs soon as one of them hears about the closing down of an experiential location of theirs that it is about to vanish from the map of their common geography, they send one another a secret password and book ad hoc their next crucial appointment. Whatever they do they leave it at that in order to meet asap at the expiring place just a click before its deadline and make love. At restaurants, they usually go and do it in the toilets. The procedure is that one of them goes in first in order to clear the grounds and then the other sneaks in behind with dutiful shamelessness. They are always very careful not to make noise and cause a commotion. By result, this conspiracy of forbidden lovemaking slingσ them into the stratosphere of pleasures. The tradition was inaugurated the time their favorite tiny restaurant had just announced its upcoming euthanasia for the sake of the rising of Mall of all malls which expropriated the whole block. As soon as they heard the news, they booked a table even though they had both just eaten. The toilets were locked and inaccecible, so they managed to make each other come under the tablecloth and raise their flag on top of their secret Everest, while the few unsuspecting customers were dining in the soon to beclosed small restaurant at the foot of Mount Lycabettus.
This custom has been going on for over three years. One of the first times, when their favorite after hours joint closed down without notice, they visited its empty carcass and consummated on the bar. Soon after that, they realized that the avalanche taking harrow of their haunts was growing ever bigger and they decided in silence that each and every one of their places would be sealed off by them in this manner, if possible, before it closes its doors to the world. 
You may say that they are giving the finger to finality, or a mouth to mouth to inevitability. You may think that they want to splatter the walls with their essence, only to leave behind the indelible imprint of past and last lovers. Maybe they are storing memories before any demolition, to use them as building blocks for the intangible relationship that haunts them for years like an abandoned construction site. It could be that lovemaking is the perfect closing ceremony. It may be that the quintessential essence of orgasm is indeed, loss and they are in desperate need to lose one another. It probably is all of the above. What’s important, is that lust has been promoted from intensive to emergency and in the hospital of their existence. Whenever they see each other, they do not talk at all anymore. It’s only about silent rituals in expiring spaces.





Thursday, September 27, 2012

βραδυνό


"Που λες να φάμε απόψε; "
"Τι λες για Μεγάλη Βρεττανία, King George, ή προς εκείνα τα μέρη; Είναι και τα Mc Donalds παρακάτω κι εκείνο το σουβλατζίδικο ακριβώς παραδίπλα." 
"Πάντως Κολωνάκι δεν ξαναπάω. Την τελευταία φορά που φάγαμε σε εκείνο το εστιατόριο που με πήγες στη Χάριτος, φύγαμε και πεινασμένοι και με χαλασμένο στομάχι. Θυμάσαι που κάναμε δυο  μέρες να συνέλθουμε;"
"Στην πλατεία Συντάγματος είναι πιο σίγουρα τα πράγματα, όπως και να το κάνεις. 'Εχει πολλά φαγάδικα εκεί και οι μερίδες τους είναι τεράστιες. Κι αν δε βρούμε κάτι στην πλατεία, πεταγόμαστε Μοναστηράκι. Δίπλα είναι" 
"Ραντεβου στη μία ακριβώς, γωνία Καραγιώργη Σερβίας και Σταδίου. Να προλάβουμε τον κάδο  πριν  τον αδειάζει η βραδυνή βάρδια."



Tuesday, September 25, 2012

Saturday, September 22, 2012

6 word fiction of the day

a woman accidentally married her father.

Kύριος / Sire

Δύο κιλά πατάτες, τρεις πιπεριές, έξι νεκταρίνια για μένα και την κόρη μου, καρότα, κρεμμύδια και σκόρδο. To  τρώμε πολύ το σκόρδο μας. Μάλλον για τουρλού το πάω σήμερα.. Να πάρω και μελιτζάνες. Δίπλα στις μελιτζάνες βρίσκονται ξαπλωμένα  προκλητικά στα μικρά τους κρεβατάκια κάτι ζουμερά βατόμουρα που μουρμουρίζουν παθιασμένα 'πάρε με, πάρε με', αλλά δεν υποκύπτω, γιατί όλα έχουν την τιμή τους και αυτά εδώ την ξεπερνάνε κατά πολύ. Θα ζήσω και χωρις βατόμουρα. Περιμένω στην ουρά για το ταμείο. Μπροστά άλλοι τρεις πελάτες. Ανταλλαγές άχρηστων πληροφοριών για τον καιρό, για να βουλώνει ο πλεονάζων χρόνος. 'Ανέβηκε η θερμοκρασία πάλι' και τέτοια διάφανα. Κύριος γύρω στα 75+, καλοντυμένος όπως στα παλιά χρόνια που οι άνθρωποι ντύνονταν για να πάνε για ψώνια, με το πουκαμισάκι του, το ελαφρύ μπουφανάκι του, μαντήλι στο λαιμό και τραγιάσκα, μπαίνει μέσα και χαιρετά εγκάρδια τον μανάβη. Εκείνος ανταποκρίνεται με ευχάριστη έκπληξη "Επ! κύριε Κώστα, καιρό έχουμε να σας δούμε τι κάνετε;". O κύριος Κώστας ξεγυμνώνοντας το κεφάλι του λέει "Aπό έμφραγμα σε έμφραγμα, μπαινοβγαίνω στο νοσοκομείο. Γι' αυτό ήρθα, να σας πω μια καλησπέρα, να σας χαιρετήσω. Μπορεί και να μη σας ξαναδώ". Χαμογελαστός φορά πάλι την τραγιάσκα του και βγαίνει από το μανάβικο. Έτσι είναι οι κύριοι. Δεν αφήνουν εκκρεμότητες. 

::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::


Two kilos of potatoes, three peppers, six peaches for me and my daughter –plenty of vitamin E right there- carrots, onions and garlic. We looooove our garlic. Ιt looks that mixed vegetables in the oven are winning the contest of the 'plat de jour'. It is really hard to have to cook something different every day. I should get some eggplant then. Right next to the eggplants I locate three little beds with sexy, juicy blueberries lying sensually in them, whispering to me like miniscule sirens 'take me, take me, I’ll show you a good time'. For a moment I get weak to their mating call, but then -proving a true descendant of Odysseus- I decide that everything has its price and theirs is way beyond my threshold. Nine euros is the absolute proof that I will live well and prosper without them. I am number four in the check out line, listening to the mandatory exchange of useless information about the weather, programmed to fill the gap of excess time. "Temperature rises again' and the like. An elder gentleman around seventy five plus, dressed in the manner older people use to dress to go shopping - ironed shirt, hat, light jacket, pochette- enters and greets the shop owner wholeheartedly. The latter greets him back in pleasant surprise. "Hey! Mr. Kostas, we haven't seen you around lately, how are things?" Mr. Kostas revealing a pale, hairless head answers "I am in and out of hospitals with one heart attack after another. That's why I dropped by to say hello and greet you farewell. Most probably I will not see you again, the way things are". He smiles, put on his hat and exits the store. A real  gentleman never leaves loose ends behind.




Wednesday, September 19, 2012

μονοθέσιο / one-seater


"Θα μας χωρίσει ένα διάστημα. Αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ήχο και θα επικοινωνήσω μαζί σας ότ-αν επιστρέψω."
Ακούγεται συριχτός, οξύς ήχος αυτόματου τηλεφωνητή.
______________________________________________________

Τσιμπιές στατικού ηλεκτρισμού στ’ αυτιά με ξυπνάνε από αιώνιο λήθαργο.
Σε δεύτερο πλάνο, με ‘καλωσορίζει’ στη νέα πραγματικότητα αισθησιακή γυναικεία φωνή που με μειλίχια πειθώ 
καταμετρά τα επίπεδα οξυγόνου μου σε ένα αντινανούρισμα στα αγγλικά:
“Οxygen level, 20 percent up and rising. Oxygen level 30 percent up and rising…”, με διαβεβαιώνει καθυσηχαστικά.
Πάω να δοκιμάσω τις φωνητικές μου χορδές ξεροβήχοντας, αλλά ο λαιμός μου πονάει φρικτά σα να έχω καταπιεί σπασμένα γυαλιά. Σταματώ αμέσως. Λάθος μέθοδος, σκέφτομαι. Πρέπει πρώτα να υγράνω την οδό. Αναστέλλω αμέσως την προσπάθεια του βήχα και επιχειρώ να καταπιώ, αλλά κι' εδώ τα πράγματα είναι δύσκολα. Δεν έχω σάλιο ούτε για τεστ DNA. Εισπνέω και εκπνέω αργά, μετρώντας σταθερά, για να αποφύγω τον πανικό.
Αφού η αναπνοή μου αποκαθίσταται και οι ρυθμοί της καρδιάς μου γίνονται πιο αργοί και σταθεροί, επικεντρώνω τις προσπάθειες στα βλέφαρα, που είναι κολλημένα μεταξύ τους. Τα ανοίγω δειλά-δειλά φοβούμενη μην τυχόν και σκιστούν. Η ηλεκρονική πληροφοριοδότητης και καλυτερή μου φίλη, συνεχίζει να με επαναπαύει με τις ανοδικές τάσεις του οξυγόνου στον οργανισμό μου, "Oxygen level 50 percent up and rising"... Ψυχρό φως φθορίου επιτίθεται στους αμφιβληστροειδείς μου και ο πόνος απλώνεται στον εγκέφαλο σαν καυτό υγρό. Μετά από λίγο -όπως συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους εκατομμύρια χρόνια τώρα- προσαρμόζομαι. Αυτή τη φορά συνηθίζω στις συνθήκες ενός πολύ δύσκολου ξυπνήματος και τα μάτια μου αρχίζουν σιγά-σιγά να θυμούνται τις τρεις διαστάσεις. Καθώς αποκαθίσταται, η περιμετρική μου όραση διαπιστώνω ότι βρίσκομαι σε λιτή hitech καμπίνα. Η πρώτη ξεκάθαρη εικόνα είναι ένας ολογραφικός τοπογραφικός χάρτη (holomap) του ηλιακού συστήματος με μια κόκκινη κουκίδα που αναβοσβήνει. Από κάτω αναγράφεται η ένδειξη Kaiper Belt. Tο ‘εγώ’, το ‘τώρα’ και το 'που' υποθέτω. Η ολογραφική οθόνη -ομολογουμένως πολύ εργονομικά τοποθετημένη πάνω από το σημείο όπου είμαι ξαπλωμένη, για να μπορώ να τη χειριστώ σηκώνοντας χαλαρά το χέρι μου- με προσκαλεί με ένα σέξυ και κατακόκκινο  ‘touchscreen’ που αναβοσβήνει. Με ευχάριστη έκπληξη συνειδητοποιώ ότι το χέρι μου είναι πολύ πιο ελαφρύ από ό,τι το περίμενα. Δεύτερη σκέψη: Λογικό. Έλλειψη βαρύτητας. Αγγίζω το ‘touchscreen’ και αισθάνομαι σαν την Αλίκη.
Η γυναικεία φωνή διακόπτει ξαφνικά το mantra του οξυγόνου και ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής κατά δύο σκάλες, έτσι ώστε να συμβαδίζει με τους ρυθμούς της δικής μου ανάνηψης, με υποδέχεται με κωδικό Μ102794 στο μονοεπανδρωμένο μου διαστημόπλοιο, μετά από κρυονική καταστολή 70 γήινων χρόνων, στην επίσης γήινη πραγματικότητα του 2077, που λίγο μετρά στη Ζώνη του Kaiper, αλλά ο άνθρωπος πάντα ζητά να αγγιστρωθεί από ένα σημείο αναφοράς, έστω και παντελώς άχρηστο.
Ήθελα να μείνω μόνη.
Μέχρι πριν λίγα χρόνια, μια τέτοια επιθυμία ήταν σχήμα λόγου, ανεκπλήρωτη ευχή. Την ευχή όμως αυτή, την εξέπεμπαν όλο και περισσότερα στόματα μέχρι που έγινε σοβαρό αίτημα από κάποια υψηλά πρόσωπα 
με σημαντικούς κύκλους επιρροής, που επίσης ενστερνίζονταν τη φυγόκεντρο και είδαν σε αυτή μια καλή επιχειρηματική προοπτική. Έτσι προέκυψε ο νέος κλάδος τεχνολογίας.

Οι ‘Υπηρεσίες Φυγής’ είχαν ραγδαία εξέλιξη μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, αφού η ζήτηση από τους desperadoes (συναισθηματικά επιρρεπής μειοψηφία συνεχώς αυξανόμενη, άνθρωποι δυσπροσάρμοστοι με ανάρμοστες αυαισθησίες και μειωμένες αντιδράσεις και άμυνες, κάτι σαν ψυχολογικό ΑΙDS) αυξανόταν με ιλλιγγιώδεις ρυθμούς. Τα χάπια δεν ήταν ούτε αρκετά, ούτε ικανά πλέον να αντιμετωπίσουν τις εξελλισσόμενες ψυχολογικές διαταραχές. Αρχικά οι ‘Παροχές Φυγής’ εμφανίστηκαν με πρωτόγονες μορφές ως extreme sports και οργανωμένες υπερβολές με σκοπό την εκτόνωση των εντάσεων που προκαλεί το έντονα αρνητικό πεδίο, η απόγνωση και ο θυμός που προκαλεί. Παράλληλα κυκλοφορούσαν χημικές ουσίες, που άμβλυναν τις μνήμες και την ένταση των συναισθημάτων τους, που απεδείχθησαν άκρως εθιστικές όμως και με απρόβλεπτες εκφυλιστικές παρενέργειες. Μέχρις ότου εμφανίστηκε στο προσκήνιο η μονοπωλιακή ‘Get-A-way’, που σε συνεργασία με τις βιομηχανίες διαστημικής τεχνολογίας έδωσε τη λύση της Απόλυτης Φυγής. Πανάκριβη υπηρεσία, αλλά τα άξιζε τα λεφτά της, αν τα διέθετες φυσικά. Η διαφημιστική καμπάνια της εταιρίας έδινε δώρο το ταξίδι σε έναν υπερτυχερό (πειραματάνθρωπο) για το πρώτο πιλοτικό ταξίδι. Μάντεψε ποιος ήταν αυτός.
Απαραίτητες προδιαγραφές: εκκαθαριστικό από την εφορία, για να μην αφήσεις πίσω σου χρέη και φυσικά, προπληρωμή της υπηρεσίας.
Τα αμφισβητούμενα μείον:
Όσους αφήνεις πίσω σου, ξέρεις ότι όταν τους ξαναδείς, θα έχουν γεράσει, ενώ εσύ όχι. Αλλά αυτό, μάλλον καταχωρείται περισσότερο στα ‘συν’, ειδικά όταν πρόκειται να παραβρεθείς σε συνάντηση με παλιούς συμμαθητές για την επέτειο των 60 ετών από την αποφοίτηση. Επιστρέφοντας, μπορεί ακόμα και να μην αναγνωρίζεις πια κανένα και να περιστοιχίζεσαι μόνο από αγνώστους, πράγμα όμως που αν το καλοσκεφτείς σου συμβαίνει ήδη ούτως ή άλλως, χωρίς να χρειαστεί καν να αλλάξεις γειτονιά. Απουσιάζοντας τόσο καιρό, αφήνεις συναισθηματικό κενό σε όσους εγκατέλειψες. Αλλά επειδή ‘ουδείς αναντικατάστατος’ στην εποχή των υποκαταστάτων και της συναισθηματικής αποξένωσης, η οποιαδήποτε συναισθηματική απεξάρτηση τεκταίνεται σε χρόνο dt. Άρα και αυτό το ‘μειον’ δεν είναι ανυπέρβλητο και ικανό, για να σε καθηλώσει. ‘Ασε που μπορείς εναλλακτικά να αφήσεις πίσω σου και το ολόγραμμά σου στα δικά σου πρόσωπα, για άμεση αποκατάσταση όποιας συναισθηματικής στέρησης. H εταιρία προγραμματισμού Alterego εγγυάται ότι κανένας δεν καταλαβαίνει τη διαφορά από το πρωτότυπο, παρά μόνο η μαμά του. Εγώ πάλι, την έχω χάσει εδώ και καιρό, οπότε δεν τέθηκε ποτέ τέτοιο δίλημμα.
Τα αναμφισβήτητα ‘συν’:
Όταν απομακρυνθείς από τη γη και μπεις στην κρυονική καταστολή Get-A-way ο εγκέφαλος μπαίνει σε μια κατάσταση αδράνειας και αυτοκάθαρσης για πολλά χρόνια, έτσι ώστε όταν ξυπνήσεις, οι μνήμες όλων όσων θέλησες να αφήσεις πίσω, έχουν κατά το μέγιστο ποσοστό τους αποσυναισθηματοποιηθεί, κατά το Desentimenization Process (ο βιομηχανικός που ανακάλυψε τη μέθοδο αυτή πήρε βραβείο Νόμπελ και παντρεύτηκε την κατά 40 χρόνια μικρότερή του διάσημη κληρονόμο της μονοπωλιακής φαρμακοβιομηχανίας GRNZS). Έτσι, με την επαναφορά των αισθήσεων, επανέρχεται και η μνήμη των γεγονότων, αλλά δε συνοδεύεται από βιωματικά συναισθήματα. Επίσης, η απομόνωση και αποκοπή από ο,τιδήποτε γήινο τροφοδοτεί το ‘εγώ’ και αποκλείει το συσχετισμό με άλλα όντα, ενώ ενισχύει και εμβαθύνει τη γνώση και τη σχέση με τον εαυτό (κάνε κι αλλιώς).
Το μυστικό είναι να μη λιποψυχήσεις, πάθεις κρίση πανικού και θελήσεις να βγεις από την κάψουλα. Αλλά και από αυτό σε σώζουν οι άλλες κάψουλες, τα κατάλληλα ανασταλτικά σκευάσματα, τα sine qua non του ταξισιού.
Έτσι κι έκανα.
Τώρα που επανέκτισα εντελώς τις αισθήσεις μου, βλέπω από τα φινιστρίνια του άψογα εφοδιασμένου διαπλανητικού μου οχήματος τους αστεροειδείς, τον μεγαλοπρεπή Κρόνο και τα μακρινά άστρα να χορεύουν αποκλειστικά και μόνο για μένα, υπό τους αναζωογονητικούς ήχους του Mozart. Φαντασμαγορία των αισθήσεων και σκηνικό υπέρτατης γαλήνης, μακριά από το αδηφάγο είδος μου, και ανέγγιχτη από τις αδίστακτες επιπτώσεις του χρόνου. Είμαι μόνη, και μόνη είμαι ασφαλής. Μακάρι να κρατούσε το ταξίδι περισσότερο, αλλά δυστυχώς κάποια στιγμή θα πρέπει να επιστρέψω, όπως υπαγορεύουν οι όροι του συμβολαίου με την Get-A-way. Δε μου είναι καθόλου παρήγορο ότι θα συναντήσω άλλους sapiens και όχι αυτούς που άφησα πίσω. Γιατί κι’ αυτοί, ίδιοι μ’ εκείνους θα είναι. Εδώ που τα λέμε, μάλλον χειρότεροι και πολύ πιο καταστροφικοί προμηνύονται, αν υπολογίσει κανείς τις εσπευσμένες διαδικασίες της φυσική επιλογής, που έχουν -ποιοι άλλοι;- οι ίδιοι ενεργοποιήσει. 
Δε βιάζομαι καθόλου να το διαπιστώσω.



υ.γ. Τους αστεροειδείς δεν τους φοβάμαι. το να αποφύγεις την πορεία τους είναι θέμα εγρήγορσης και αντανακλαστικών. Οι ανθρώπινες ΄γκουμούτσες' είναι πολύ πιο επικίνδυνες.





"We will be separated by a certain space. Please, leave your message after the beep and I will contact you as soon as possible."
The characteristic whining sound  of voicemail is heard.
______________________________________________________

The annoying stinging of static attacks my ears and wakes me up from an eternal slumber.
On a second level, a compensational, sensual female voice welcomes me back to awareness, with a mesmerizing countdown of my blood's oxygen levels, like a reverse lullaby: "Oxygen level 20 percent up and rising. Oxygen level 30 percent up and rising ... ", my electronic friend continues reassuringly.
I'm trying to cough in an attempt to try out my vocal chords, but my throat hurts terribly as if I have swallowed broken glass. I stop immediately. "Wrong method", I think. I must first lubricate the airway. I suspend the attempt to cough and try swallowing, but that's impossible too. I don't even have saliva for dna sampling. I take deep breaths and exhale the air slowly to a steady count, in order to avoid a panic attack.
After my breathing has been restored and my heart rate has slowed down to normal, I focus my efforts to opening my eyelids, which feel as if they are glued together.  I open them very slowing, almost afraid to tear them apart. My electronic updating continues as my oxygen levels reach new heights, "Oxygen level 50 percent up and rising" ... Blue fluorescent light invades my retinas and an acute pain spreads to my brain like hot liquid. After a little while -like all humans have been doing for millions of years- I adapt. My eyes begin to slowly recall all three dimensions. As my peripheral vision is reestablished, I realize I am in a cabin. My first clear image is of a holographic topographic map (holomap) of the solar system with a red dot blinking. Underneath it I read 'Kaiper Belt'. The 'I', the 'now' and 'where' I guess. Red dot is me. The holographic screen is ergonomically positioned above my head. I  lift my hand and easily reach the flashing indication 'touchscreen'. Pleasantly surprised I feel my hand is lighter than I expected. On second thought, lack of gravity does exactly that. I touch the 'touchscreen' and feel like Alice before drinking the liquid 'drink me'.
The female voice suddenly stops her oxygen level mantra, raises the level of her voice a notch or two and welcomes me with code M102794 in my one-seater spacecraft, after a cryogenic suspended animation of 70 earthly years. She says that it is now the year 2077 on earth, as if it matters here in the Kaiper Belt. I guess humans always seek for some point of reference to clasp on, no matter how useless it may be.
I wanted to be alone.
Until just a few years before I left the earth, such a desire was a figure of speech, a wishful thinking. But this figure of speech was emitted more and more by mouths from all over the planet, until it became a serious cry for help. Then some very influential circles saw a business opportunity in this popular centrifugal request. Hence the new industry.
The 'Fugue Services"had rapid development in a very short period of time, after the demand of desperadoes (unhappy, emotionally susceptible minority with limited capacity to absorb psychological shocks, something like AIDS patients of the psyche) increased rapidly. Initially 'Fugue Services' appeared in primitive forms, as extreme sports and extraordinary venues in order to achieve the displacement of despair and the anger it causes, as well as the delusion of negativity tensions. At that time, the consumption of chemicals that dulled hurtful memories and lowered the intensity of feelings was very high, but soon was prohibited as those drugs proved to be highly addictive and causing unpredictable, degenerative side effects. Then came along Get-A-Way Inc., the corporation with a unique space technology that presented the world with the absolute escape solution. Of course it was an extremely costly service for the very few and privileged, as it always is. But it was marketed with a promotional free trial to the winner of an competition (aka guinea pig) and guess who that was.
Essential requirements to the getaway: a clearance statement from the IRS, so that no debts are left behind. Duh. And of course, prepayment. No wonder.
The controversial minuses:
Those whom you leave behind, when you see them again will have aged significantly, whereas you will have remained unspoiled, like Jane Fonda. But that is probably more of a plus than a minus, especially if it involves old classmates and your 60th reunion. 
Upon your return, there is a good chance you will not know anybody and you will be surrounded by complete strangers, but then again, this happens to you anyway, without even having to change neighborhood. 
Being away for so long is likely to create an emotional void and feelings of abandonment to your loved ones. But since none is irreplaceable in this era of substitutes, ADD and alienation, emotional detox is easy as one-two-three. Let alone that you have the option of leaving your hologram behind for immediate restoration of any emotional deprivation. The signed guarantee by its programmers in Alterego ensures you that nobody will ever understand the difference between you and the copty, unless it is your mother. And since I have long lost mine, there is no place for such a dilemma.
The decidedly 'pluses':
When you take off and have entered the cryogenic state, your brain goes into a sleeping mode and auto-catharctic process for many years. So, when you wake up, the traumatic memories have been separated by feelings of trauma through the Desentimentization Process (the biomechanic who invented it got a Nobel prize and a trophy wife of 40 years younger, the famous heiress of global pharmaceutical monopoly GRNZS). After waking up from cryogenic sleep and having regained your senses, the memory of events returns free of all experiential feelings. Voila!  In addition, the extended isolation from everything earthly, feeds  the ego and detachment. Connection with other humans, is therefore not a necessity anymore. Double voila! Both cure and prevention for a relapse!
The secret is not to lose it, in the very beginning of regaining consciousness. A panic attack is the last thing you would want to experience up there, all alone in a capsule. Thank progress for the other capsules! The ones you swallow and are a sine qua non for the trip.
So, I did it.
Now that I have recovered completely, I see from the portholes of my little cocoon the asteroids, the dwarfing magnificence of Jupiter and the distant stars, dancing for me and only for me, under the rejuvinating sound of Mozart. Finally, in complete serenity and calm, at a safe distance from my ravenous kind, and untouched by the ruthless effects of time. I'm alone and therefore, secure. I wish the trip would last longer, but unfortunately I will eventually go back. The thought of meeting unknown humans is not at all comforting. Odds are that they will no be any better from the ones I left behind. Odds are that the accelerated natural selection process would have brought out a worse version of humans, more destructing. I am not at all in a hurry to find out.

Tuesday, September 18, 2012

κατ (cut)

-

"Kαλησπέρα! Πως από εδώ;"

"Ήρθαμε για σχολικά. Η δικός σου άρχισε σχολείο;"

"Βέβαια! Κι εμείς για κάτι συμπληρωματικά είμαστε εδώ. Χαθήκαμε βρε! Γιατί δεν πήρατε
κανένα τηλέφωνο;"

-"Xαθήκαμε για να ολοκληρώσεις πλήρως τη γουρουνοποίησή σου. Γιατί τόσους μήνες μετά το αρχικό σου ατόπημα, περίμενα μπας και καταλάβεις γιατί εξαφανίστηκα. Είμαι ηλίθια θα μου πεις. Προτιμώ όμως ηλίθια, παρά γουρούνα. Κι έχω σήμερα την ικανοποίηση να διαπιστώσω ότι και η εξωτερική σου εμφάνιση εν τέλει έκανε σύγκλιση με τον εσωτερικό σου κόσμο."


"Tι με κοιτάς έτσι; Κοίτα καλύτερα τα μούτρα σου! Ποια νομίζεις ότι είσαι επιτέλους, με αυτό το 'μη μου άπτου' ύφος που κουβαλάς; Όρεξη νομίζεις ότι είχαμε να σας δούμε. Ησυχάσαμε που ξεφορτωθήκαμε τη 'Θεία οικογένειά σας'. Βλέπω και η κόρη σου τα ίδια μούτρα κληρονόμησε. Σόι πάει το βασίλειο."


-"Ένα ευχαριστώ περίμενα από σένα. Δεν κοστίζει τίποτα και κάνει τον άλλον ευτυχισμένο. μια αναγνώριση για μια εξυπηρέτηση που σου έκανα με όλη μου την καρδιά. Αλλά όοοοχι! Ούτε κουβέντα. Σα να μην έγινε ποτέ. Σα να πέρασε χωρίς να σε αγγίξει. Σα να στο χρώσταγα, τελικά! Αλλά η μαμά μου έτσι με μεγάλωσε: κάνε το καλό και ρίξτο στο γυαλό. Είμαι περιεργη όμως, η προσπάθεια του άλλου δεν έχει καμία αξία για σένα;  Περιμένεις να απαλλάσσεσαι πάντα λόγω υπερτροφικής εγωπάθειας;"


-"Τι ήθελες δηλαδη, να σου πω σώνει και ντε τι καταπληκτική που είσαι; Δεν το έκανες επειδή το ήθελες? Για τα συχγαρίκια και τις δάφνες μόνο το έκανες; Tόση ανασφάλεια έχεις πια και τόση ανάγκη αναγνώρισης σε ό,τι και να κάνεις; Νόμιζα ότι εσύ είσαι υπεράνω. Τουλάχιστον αυτό δεν προβάλεις; Δεν καταλαβαίνεις πόσο κουραστική γίνεσαι όταν είσαι συνέχεια τόσο απαιτητική, ανικανοποίητη και ξερόλας; "


-"Εσύ μόνο να μας κάνεις κλύσμα τα δικά σου κατορθώματα ξέρεις. Εκεί όλοι πρέπει να μένουμε με το στόμα ανοιχτό και να σε θαυμάζουμε αδιάσκοπτα Από υπερβολική δόση επιτευμάτων σου θα πάμε όλοι. Φροντίζεις και να μην το ξεχνάμε ποτέ... Οι πράξεις των άλλων και τα δικά τους επιτεύγματα είναι βέβαια υποδεέστερα γιατί απλά δεν είναι δικά σου! Φυσικά, όσο εσύ εκβιάζεις την προσοχή, τόσο τη βρίσκεις και όσο τη βρίσκεις, τόσο φουσκώνεις σα γαλοπούλα με το πόσο σπουδαία νομίζεις ότι είσαι. φαύλος κύκλος φαυλότητας. Η μετριοφροσύνη και η διακριτικότητα για σένα είναι άγνωστες λέξεις. Είδαμε βέβαια πόσο μακριά μας πήγανε κι εμάς αυτά τα 'χαρίσματα', που περισσότερο αναπηρίες θα τα έλεγα... Τελικά η ευγένεια και η μετριοπάθεια είναι συνώνυμη με την ανοησία σ' αυτόν τον κόσμο."


-"Εγώ φταίω που πουλάω σαν τρελή ενώ εσένα δε σε ξέρει ούτε η μάνα σου; Δεν έχεις κάνει και τίποτα για να στηρίξεις το έργο σου, να το προβάλλεις, όπως θα έκανε ο οποιοσδήποτε σέβεται και πιστεύει στη δημιουργία του. Αν δίνεις στους άλλους να καταλάβουν ότι δεν έχεις εμπιστοσύνη στο δημιούργημά σου και στον εαυτό σου, περιμένεις να σου δώσουν την αξία εκείνοι; Aπορώ πως σε αντέχουν οι δικοί σου, έτσι αυτοκαταστροφική και αρνητική που είσαι συνέχεια. Tι να το κάνω το ταλέντο, όταν το τελικό αποτέλεσμα που εκπέμπεις είναι τόσο θλιβερό!"


"Μήπως τελικά με ζηλεύεις;"


"Τελικά θα πρέπει να με ζηλεύεις σαν τρελή!"


"Δε δικαιολογείται αλλιώς τόση ξινίλα"


"Γιατί δεν εξηγείται  διαφορετικά τόση κακία"


"Τι άλλα νεα;"


"Tίποτα μωρέ. Tα ίδια...Να πηγαίνουμε σιγά-σιγά."

"Να κανονίσουμε να τα πούμε. Ντροπή να χανόμαστε έτσι. Πάρτε κανένα τηλέφωνο"

"Ε, δε βλέπουμε και πολύ κόσμο γενικά. Ξέρεις...Θα μιλήσουμε."

"Χάρηκα πολύ που σε είδα, έτσω κι έτσι στα γρήγορα!"

"Κι εγώ."


* * * * * * * * * * * * * * * ) (  * * * * * * * * * * * * * * * * * * 


"Hey! Didn't expect to see you here!"


"We just came for school shopping. Did you start school too, or not yet?"


"Sure we did! We' re also here for some odds and ends. Where have you been? We haven't seen each other for so long!"


"We haven't seen each other because I was patiently waiting all these months for you to complete your transformation to a pig. I was waiting patiently for a sign of remorse for your blunder. How stupid of me...I prefer being an idiot though, than a pig. And, as I see today, your appearance is finally consistent with your inner world."


"What are you looking at me like that? Better look at yourself! Who do you think you are! With this holier than thou style, ms know-it-all, why would we want to hang out with your 'ho
ly family"? Ι see that your daughter has exactly the same look at her face. it must be hereditary, I guess!"
"I was waiting in vain for a simple 'thank you'. It costs nothing and makes people happy. A little recognition for a service I did for you, fullheartedly. But NOoo! Not a single word. As if it never had happened. Done and forgotten! As if I owed it to you! Even though I was brought up to do good and not to wait for recognition, I am still curious; doesn't the other person's effort have any value to you? Are you expecting to be exempt from basic humane behavior because of a hyper-egotism? "

"What did you expect laurels and elegies? I thought you did it spontaneously and because you wanted it! Did you do the good dead, only to be congratulated? I cannot believe such self-indulgence, or is it extreme insecurity? Don't you understand how needy and demanding you make yourself look? You think you are always right and that the others are always wrong!"


"You only know how to impose your endeavors on others and expect everyone to respond with awe and admiration about the shit you do. Plus, you always make sure that they never escape anyone. Always bragging about any new iota! On the other hand, whatever the rest of the world does is of no sugnificance, simply because it is not yours! And the more you force everybody to 'like' your work, the more you brag about how great you are! Modesty and discretion are unknown words to you. Not that they did anything for me, but that's another story...You see, politeness is synonymous with stupidity nowadays." 


-"It's not my fault that my name sells like crazy and yours is unknown worldwide. It is your fault that you've done nothing to promote and support your work. If you do not show you believe in it, why would anybody believe in you? Ι often wonder how can your family even stand you, so self-destructive and negative that you are. Talent is useless when the end result is so sad and unpleasant.

"Οh my God, are you so jealous of me?"


"You are envious of me! That's what it is! "

"There is no other explanation for such bitterness!"

"The only excuse I can think of for such meanness!"

"So, what's up?"

"Not much. Pretty much the same. We should be going now ..."

"Let's get together sometime soon. Give us a call."

"Well, we do not go out often lately. You know ... Let's talk."

"Really nice to see you here!"

"Yeah. Really. See you."




διήγημα 6 λέξεων (6 word fiction of the day)


Πρώην ιδιωτικοί υπάλληλοι, νυν άστεγοι συντάγματος.


Ex private employees, now constitutionally homeless.


Friday, September 14, 2012

summer log


Ι love my beach. It is my permanent residence and most favorite place in the world. I was washed out on this southern shore a long time ago, during a personal tragedy, broken and damaged, but at the same time, so lucky to discover such diversity and beauty. I thank my lucky stars that brought me here. Ever since, you will find me lying on the same side of my small beach, next to the big rock that looks like a tortoise. If I had to choose my favorite season l would take the winter, when the sea is an ever changing live canvas of music and landscapes while the sky unfolds an intricate plot on the enormous screen of heaven with twists and turns a storyteller would kill for. How I love to watch their complementary pas de deux! No two days are the same at this seaside in the winter. It is my existential paradise and my theatre of marvels.
           Now, summer is another story. I carry the weight of humanity with its habits, and the predictable chaos they bring along. I consider summertime to be a less appealing time for my beach. I consider it something like a conjunction from one revelation to another. Like a labor for love. I do not work for a living. I just live my life. But most of mankind is tethered to its obligatory practice in winter and only escapes during summer vacations, meaning, it gets to vacate massively one place, to flood another. And this wonderful beach becomes a very desirable destination for these temporary migrations. It is the time of year, when they suddenly stop their daily grind, and for some weeks -or even months for the very privileged- they stampede to the seaside just for the sake of doing nothing at all. After being engaged in the same task day in, day out, for most of the year. I guess they have to play dead on the sand for a while and do the in-and-out of the sea, in the same periodic rhythm as they went back and forth from home to work. They have this back and forth thing in their DNA, it seems.
In the beginning I hated the crowds on the beach. It felt like an invasion. But as years went by, I decided to examine human nature closely, rather than dreading it. Now, I can say that I even look forward to spending time observing these strangers. I am studying to be an anthropologist. First thing one notices is that they are very egotistical and narcissistic; extremely self-conscious about their presence, especially when it’s not covered with clothing. Summer is definitely a mating season. Every motion emits the code of a mating call. The self-indulgent way they apply suntan lotion on their bodies, the way they lazily take long drags on their cigarettes, or attract attention when they get into the water. It’s all too obvious: Humans of reproductive age are oozing sex on the beach. Almost embarrassing to watch. Male, predatory stares, constantly scan behind sunglasses to focus on the right female, while females are in constant contest amongst themselves to monopolize the stares of every male. Very dangerous mating habits, intimating a competitive species. I have to say that such hormonal practices can be war-provoking.
Young and old humans love the holiday sea and the sun. They lose all pretense and all social restrictions once they are in the water. You can see them behaving playfully, like seals and then laying on the sand, drying under the sun -belly on top like sea lions- projecting an almost pinniped side that makes them match with setting and the rest of the world. In this state of existence they are even likable. Older people prefer to swim when the sun lies low in the horizon and its rays are kind and considerate. Couples love courting under moonlit skies, making ‘forever’ promises to each other, as lasting and solid as the silver path of a full moon. Loners wander for hours collecting seashells, pebbles and old broken glass to expose in transparent containers as proofs of expired happiness. They need to contain the remains of anything passed, as if proud to have outlived it. But they don’t seem equally happy to exhibit what they have, unless they get to own what they have not. They come with the light skin they are ashamed of and leave with a darker one they brag about. One year they have small motherly breasts, the next one, juvenile perky boobs. During the summers I have come to detect these patterns of theirs  which clash with natural cycles, and seek to replace them. Competing against nature is their game, it seems. Like the sunproof factors they create to block the rays of the sun, while exposing themselves to them.
Just yesterday there was this middle-aged couple talking, the woman maniacally throwing big pebbles at the sea. I heard them saying:
 "You lied to me!"
 "I never did!"
 "Well then you hid the truth! Now you’re going back to whatshername? I really thought we had something!"
 "Baby, it was great, but I never made any promises."
 "Does she know you lied to her, too?"
 "Don’t go there!  We had fun, why not leave it at that?"
 "Will you at least call?"

Go figure. The more you examine, the less you understand. The gravity of their lightness has no match, just consequences.  No wonder we say ‘buoyant as a human’.
I lie here, forever, watching seasonal sequels of nature and mankind from sea level. I once stood 50 feet tall and breathed high in the sky. I was a home for birds, then cut into pieces and thrown away by a human, for no reason at all.

Wednesday, September 12, 2012

Saturday, September 08, 2012

τηλε φονικό.



Ήρθε, νομίζω, εκείνη 
η μέρα του 'δεν είμαι εδώ'.






Sunday, September 02, 2012

the salve of opacity


(photoshopped frame of the phrase 'sorry we're fucked')



A poem worth reading is one you read twice.
Better yet if you do not understand it at all.
It is a place for getting lost rather than found.
A territory with labyrinths of intricate metaphors,
Trapped with jagged punctuations, laced with
Cliffhanging verses and crusted with rime,
Ttracking into the mists of ambivalence.
A poem worth reading is a distorting mirror 
Where violent crime dissolves into romance,
And ordinary story spikes into epic,
Simple routines of nature turn into subjects of vivid juxtaposition.
A poem worth reading is
the screen between beds in a hospital ward,
the retardant of gloom,
the crossroad sign turned by kids,
the top shelf in the freezer of Hell,
the sugarcoating of inevitability,
the ‘pause’ button on the controls of Doom.
Who wouldn't spend a lifetime admiring an abstraction rather than
Knowing from start that it is
An out of focus shot
Of a blowfly circling
Around a gaping hole
On the forehead of a child,
That just happened to witness
By literal chance,
An illegal transaction?

diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna