Monday, January 30, 2012

ενοχές

escher


O μπαμπάς μας έφερε σούρουπο σ' αυτό το μέρος κι εγώ φορρούσα ακόμα τα μαύρα μου γυαλιά. "Δε θα βλέπεις τίποτα παιδάκι μου, βγάλτα αυτά μη σκοτωθείς". Τι να του έλεγα τώρα, ότι το μέρος ήταν για να μην το βλέπεις καλύτερα; Tα 'βγαλα υπάκουα γιατί τον πονούσα. Συμπάσχων στη δυσφορία μου ήταν και τ'ανάποδο. Δεν ήθελε να βρίσκεται εδώ, όσο κι εγώ δεν ήθελα να βρίσκομαι εδώ, αλλά το κάναμε κι οι δυο για χατήρι της μαμάς που κρατούσε σφιχτά στα χέρια της μικρή πάνινη κούκλα. "Δεν την έχω ξαναδεί αυτή την κούκλα" σκέφτηκα, χωρίς να κάνω όμως επόμενη σκέψη πάνω στο θέμα. Ψιλόβρεχε.


Το 'γεγονός' για το οποίο κουβαληθήκαμε εκεί ήταν με δυο λόγια: απερί γραπτο. Ένα αυτοσχέδιο, πολυόροφο κτίσμα-Λεβιάθαν που αποτελούσε εκθεσιακό κέντρο/φαβέλα σε συνονθύλευμα από λαμαρίνες, χαρτόνια, και κοντραπλακέ που είχαν όπως-όπως συγκολληθεί, για να φιλοξενήσουν το πανηγύρι αγνώστου θέματος. Ανάμεσα σε όλα αυτά τα ατάκτως ερριμένα, εκατοντάδες άνθρωποι έρρεαν σαν ποτάμια πάνω σε κάτι τρομακτικές, απότομες κυλιώμενες σκάλες, οι οποίες παράταιρα και εκτός τόπου συνέδεαν όλο το σκηνικό. Το σύνολο, όλο μαζί και ειδωμένο από ψηλά έφερνε σε τρας εκδοχή Έσερ προς το εφιαλτικότερο. 
Πήραμε τη σκάλα και οι τρεις για να βρούμε αυτούς που μας είχαν καλέσει, να δώσουμε το παρόν τουλάχιστον, για να μη λέμε μετά ότι βιώσαμε αυτόν τον εφιάλτη εθελούσια και χωρίς λόγο. Συγγενείς ήταν που δεν τους είχα ξαναδεί και μάλλον δε θα τους ξαναέβλεπα ποτέ μετά από το σημερινό. 


Βαβελικό χάος. Κόσμος που έτρεχε πέρα δώθε, έμπαινε κι έβγαινε από αίθουσα σε αίθουσα κι από τσαντήρι σε τσαντήρι, μαλλί της γριάς, αλογάκια, χαρτορίχτρες, παραστάσεις, πραμάτιες απλωμένες στα πατώματα, αχταρμάς. Η βροχή είχε αρχίσει να πέφτει έντονα και η υγρασία που ανακάτευε όλα αυτά μαζί με τις μυρωδιές τους είχε τη δυσάρεστη, βαριά γεύση χαλασμένου αυγού. Δεν άργησε να έρθει κι η αναγούλα. Εκεί που σταμάτησα και έκλεισα τα μάτια να με ξαναβρώ μέσα στον χαμό, χάνομαι και από τους δικούς μου και βρίσκομαι πλέον μόνη ανάμεσα σε άγνωστους χ, ψ, ω. Πουθενά μαμά, μπαμπάς, συγγενής, φάτσα γνώριμη, με ονοματεπώνυμο. Άρχισα το πανικόβλητο πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά, σα φοβισμένο καναρίνι. Μέσα στη φούρια πατάω κι ένα πιστιρίκι που με ένα διαβολικό τσιρίδι και μια κακία στο μάτι μεγαλύτερη από το μπόι του, με δίνει στγνά στη μαινάδα μάνα του, η οποία αρχίζει να μου ζητάει απειλητικά τα ρέστα. Ο ιδρώτας στις παλάμες είναι πάντα κακό σημάδι. Συνοδεύει τάση φυγής. Το βάζω στα πόδια. Στη μέση της κυλιόμενης σκάλας, στην κάθοδο, άρχιζω να ζαλίζομαι και να χάνω την ισορροπία μου. Λίγο πριν πέσω στο κενό, νιώθω το σωτήριο χέρι του πατέρα μου να με αρπάζει από τον γιακά. "Ευτυχώς που σε βρήκα. Η μάνα σου πουθενά. Πάντα κάνει ό,τι της ζητήσουν, για να τους έχει όλους ευχαριστημένους. Ποιος ξέρει πόσο υποφέρει τώρα μέσα σ' όλο αυτό το κακό, κι αυτοί που την έβαλαν σε τόση φασαρία, άφαντοι...¨Οσο κάνει στους άλλους τα χατήρια δε θα σκέφτεται ποτέ τον εαυτό της. Θα πονάει και το πόδι της τώρα και ποιος να την φροντίσει μέσα σ'αυτή την τρέλα; Πως θα βρει το δρόμο της, να ξαποστάσει;" είπε στον απελπισμένο του μονόλογο.


Στα πόδια της σκάλας, πεταμένο και τσαλαπατημένο το πάνινο κουκλάκι, παπί. Χοντρόβρεχε.
Μα, τι κάνει ο κόσμος; Τι κάνει ο κόσμος;  Τι κάνει ο κόσμος στους ανθρώπους;  Τι δουλειά έχουμε εμείς μέσα σε τόσο κόσμο; Τι δουλειά έχουμε εμείς σε τέτοιον κόσμο; Πως θα γλυτώσουμε από τον κόσμο, μια χούφτα άνθρωποι; Πως να τα βάλει μόνος άνθρωπος μ' όλους αυτούς;



stay calm











Thursday, January 26, 2012

Τ------>Κ













Eίδα στον ύπνο μου ότι σε έχασα.
Μια νύχτα απλά δε γύρισες σπίτι και επέστρεψαν όλα στο τίποτα.
Το γραμμικό διάνυσμα από το 'τίποτα' στο 'κάτι' είναι απόλυτο στον χωροχρόνο. Αποτελεί φυσικό μέγεθος μόνο προς μία κατεύθυνση.
Η αντιστροφή του είναι απλά αδιανόητη σα θάνατος.

Wednesday, January 25, 2012

σκοτάδι στο τούνελ



Ηieronymus Bosch




Παρατηρείται μαζική έξοδος, άτσαλη και βιαστική.
η ποιότητα αποχωρεί άρον-άρον εγκαταλείποντας 
πρόωρες τις εμπνεύσεις, διασωληνωμένες.
Σα ν 'άλλαξε γνώμη που γεννουσε. 
Σα να' νιωσε ξαφνική ντροπή που υπήρξε.
Όπως-όπως φεύγει βράδυ. 
Ούτε γυρνάει να κοιτάξει ποιος 
θα αμαυρώσει όσα αφήνει πίσω της,
ποιος θα καρπωθεί τους καρπούς της. 
Μαύρη πέτρα-μνήμα ρίχνει
κι'όποιον δεν πάρει ο Χάρος.



επί το έργον











Θα έρθει η ώρα και για την καινοτομία. 
Μην βιάζεσαι. Κανείς δεν την περιμένει πριν τη δει.
Έρωτας είναι η επιτυχία, κι αγάπη η διαδικασία.
Τα τούλια δε σχίζονται από τις πιρουέτες και τον πολύ χορό, 
αλλά από την ακινησία και τον πολύ καιρό.



Sunday, January 22, 2012

παρατηρήσεις







Ακούγοντας το δέυτερο κονσέρτο για πιάνο του Σοπέν,
συνειδητοποίησα ότι οι νότες του ξεψυχάνε κατά μόνας με απαράμιλλη αξιοπρέπεια,
αφήνοντας πίσω τους διαθήκη το απόσταγμα της ευαισθησίας του ποιητή.
Έκανε bullying στο σχολείο ο δημιουργός; Μάλλον το αντίθετο, θα έλεγα.
Ο Πικάσσο, από την άλλη, τεμάχιζε τα σώματα και τα ξανασυνέθετε ως ιδιοφυής και μεγαλομανής χασάπης.






Friday, January 13, 2012

της θείας Λιλής



αντίφαση ζωή,
 είναι και δεν είναι.
μια ιδέα άνθρωπος,
αφηρημένη έννοια.
από την αφαίρεση 
παίρνει νόημα και 
στην αφαίρεση, 
πίσω το δίνει.





Wednesday, January 11, 2012


art by Aleksandra Mir


δεν είχα λόγια, αλλά η Aleksandra Mir μου έδωσε εικόνα.
Γιατί όταν η κυριολεξία φορά τον ποιητικό μανδύα του υπερρεαλισμού 
είναι πανέμορφη σαν πα να γεια. Εσύ τε λες, Sputnik;



Sunday, January 08, 2012

8/1






 bleu


 blanc


rouge



-Aν χάσεις τη στροφή, χάθηκες. 
-Κίτρινα, λευκά και λιλά χρυσάνθεμα, παρακαλώ.
-Ευτυχώς δεν έχει λειτουργία σήμερα.
-Πόσοι μήνες πάνε, αλήθεια; Mπορεί και χρόνος.
-Μην ξεσπάς κυρά μου στο σκυλάκι, δε σου φταίει τίποτα.


Αρχετυπικό μετα-σκηνικό στην καρδιά του χειμώνα,
μ' αυτό το κόκκινο, το τόσο ζωντανό σαν πληγή που κοχλάζει, σκέτη παραφωνία.




Thursday, January 05, 2012

Sunday, January 01, 2012

relief



According to M-brane theory,
In one of our parallel todays,
I brought you breakfast in bed.



diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna