Saturday, May 21, 2011

.





Αγαπητοί ένορκοι,


Το 'Λιμπερτίνοι και Πουριτανοί' ήταν μια πολύ εύστοχη παρατήρηση του Νίκου Δήμου... 
Πιστεύω στην απόδοση της δικαιοσύνης και στην ισονομία, στους αδέκαστους και αδιάφθορους δικαστές και στο υγιές νομικό σύστημα. Δεν πιστεύω όμως στη διαπόμπευση, στο κυνήγι των μαγισσών, τον διασυρμό, την ηθικοπλασία και την μοραλιστική 'αποκατάσταση' της τάξης. Πιστεύω στην απόδειξη της ενοχής και στην τιμωρία. Δεν πιστεύω στη αυθόρμητη συναισθηματική ή κατευθυνόμενη λαϊκή ετυμηγορία, τα λαϊκά/μηντιακά δικαστήρια και το συμβολικό λιθοβολισμό, γιατί δε διαφέρει -ως concept- από την εκτέλεση της μουσουλμάνας από συγγενείς της επειδή κατά τη γνώμη τους έθιξε την τιμή της οικογένειας.
Πιστεύω ότι το πειστήριο του εγκλήματος είναι ισότιμο και ισοδύναμο με το πειστήριο της αθωότητας. Δεν πιστεύω σε δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Όλα όσα ανέφερα παραπάνω τα πιστεύω απόλυτα και τα απεχθάνομαι μετά μανίας. 
Πολλά δεν συνάδουν με τη λογική και πολλά είναι ακλόνητα στοιχεία. Όλα μαζί, ένας αχταρμάς. Άρα, περιμένεις μέχρι να τραγουδήσει η χοντρή κυρία.
Όλη αυτή η βιασύνη όμως για την αποκαθήλωση του πρωταγωνιστή και η εξέλιξη του δράματος σε χρόνους dt, εν χορώ εξοργισμένου κοινού που αλαλάζει υπό την καθοδήγηση αρχιχορευτών/αρχισυντακτών σε άλλα με παραπέμπει που δεν έχουν σχέση με την αντικειμενικότητα και το αίσθημα του δικαίου...
Πότε αλήθεια τραγουδάει η χοντρή κυρία, για να βάλω ξυπνητήρι, ή μήπως τελικά είναι μύθος ότι τραγουδάει και το λένε απλά για να μη φεύγεις από το διάλειμμα;


μετά τιμής,
Ο-Τζέη Σίμσον





Monday, May 16, 2011

τεστοστερόνη: σταθερά, ο αστάθμητος.



Mαγειρεύονται πράγματα. Δεν μπορώ να τα σβήσω σε χαμηλή φωτιά με υπαρξιακή ποίηση και αφηρημένη τέχνη. Ούτε να διασκεδάσω την κατάσταση  χλευάζοντας τη Eurovision. Βλέπω τους περισσότερους που αγοράζουν αγρούς και δεν καταλαβαίνω πως λειτουργούν έτσι καλά οι άμυνές τους μέσα απ' την άρνηση. Μπράβο τους, ή μπορεί και κρίμα τους, γιατί εκεί πάνω πάτησε και ακόμα πατάει όλο το σύστημα της αποδόμησης...
Η χώρα μου, ας πούμε, γκρεμίστηκε από το βουνό και το θέμα τώρα είναι που θα προσκρούσει, σε θάλασσα ή τσιμέντο. Στην πρώτη περίπτωση  υπάρχει κάποια ελπίδα, με πολλές απώλειες βέβαια...
Εγώ, κατά πως το βλέπω, όλοι αυτοί οι άβουλοι (δε βρίζω λέμε) της Βουλής, ιδανικά θα πέσουν πρώτοι λόγω ειδικού και απολύτου βάρους με όλα όσα τρώνε και κουβαλάνε στις τσέπες και έτσι θα κάνουν μαξιλαράκι για τους υπόλοιπους. Κάποιοι βέβαια, άνοιξαν ήδη τα αλεξίπτωτά τους (εμείς που να τα βρούμε;..) και θα προσγειωθούν ασφαλώς σε κάποιον διεθνή οργανισμό. Για τους υπόλοιπους, εύχομαι καληνύχτα και καλή τύχη, γιατί αν επιβιώσουν, κινδυνεύουν να γίνουν πιρόγες. Βλέπεις κάνανε τόσο πλιάτσικο και τέτοια εγκλήματα ως πραγματικοί και ηθικοί αυτουργοί που κάποια στιγμή όταν οι πολίτες ξυπνήσουν -Κυριακή κοντή γιορτή, έρχεται - ουαί κι αλίμονο. Δεν έχουν όλοι οι λάηερς λήαρ τζετ. 
Με διέπει όμως μια περίεργη, σχεδόν διεστραμμένη, ελπιδοφόρα ευεξία. Γιατί με όλα όσα βλέπω να συμβαίνουν γύρω. Αθώοι σκοτώνονται για το τίποτα εν καιρώ καναπέ ΙΚΕΑ και προσχήματος ειρήνης, φίλοι και συγγενείς χάνουν τη δουλειά τους ενώ άλλοι παίρνουν 16 μισθούς, διεκδικούν αναδρομικά και μονιμότητα τη σήμερον ημέρα. Σπίτια χάνονται και εγκαταλείπονται περιοχές στο χάος και την εγκληματικότητα και η κάθε είδους βία μπαίνει στα σπίτια και στην καθημερινή μας διάταξη. Προσδοκώ σε ένα τέλος της φρίκης, εδώ και τώρα. Γιατί τη φρίκη χωρίς τέλος τη βλέπω και ξέρω καλά ότι όσο και να λέμε ότι πιάσαμε πάτο, πάντα θα υπάρχει η Σιέρα Λεόνε. Περιμένω λοιπόν, οσμίζομαι, ότι κάτι θα γίνει πολύ σύντομα που τουλάχιστον θα ανατρέψει αυτή τη συγκεκριμένη σταθερή βύθιση και θα αναγκάσει την αλλαγή πλεύσης. Οι συγκυρίες με το μεταναστευτικό, που επιδεινώνεται άρδην λόγω αποσταθεροποίησης της βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, η ευρωπαϊκή οικονομική και θεσμική κρίση που οδεύουν σε αδιέξοδο, το ατυχέστατο μοντέλο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού που καταρρέει, η υπεροψία, η πλεονεξία, η αναλγησία και το αυτονόητο δικαίωμα του απυρόβλητου των πανταχόθεν manager τραπεζών. εταιριών και κρατών -τρία σε ένα είναι αυτοί-  όλα τούτα μαζί ήρθαν κι έδεσαν γλυκά με  τον αστάθμητο παράγοντα: την πλήρη απόσυρση του αίματος από το πάνω κεφάλι για την εξυπηρέτηση του κάτω (που σιγά τον αστάθμητο, αφού επιβεβαιώθηκε και πάλι το αρχετυπικό ρητό για το καράβι που εντοπίζεται στην κορυφή του βουνού και δεν είναι η Κιβωτός). Έτσι, με αυτά και μ'αυτά, έχω την αίσθηση ότι κάτι θα γίνει, αν δε γίνεται ήδη αυτή τη στιγμή που γράφω και κάποια πράγματα θα αλλάξουν απότομα και θα ενεργοποιηθούν, από εκεί που όλα λίμναζαν σε μια αηδειαστική σούπα προσωπικών συμφερόντων, απραξίας και ψέμματος, με την οποία σιτιζόταν ημερησίως ο κόσμος με το ενσωματωμένο πλέον τηλεκοντρόλ.
Είμαι για πρώτη φορά αισιόδοξη και δεν ξέρω καν γιατί. Είμαι δηλαδή εκτός συνήθους εαυτού και δεν με αναγνωρίζω. Πες το διαίσθηση, πες το τρέλα. Το ίδιο είναι. Η λογική, ούτως ή άλλως μας έχει προδώσει εδώ και καιρό.



Wednesday, May 11, 2011

μπακ

Αιώνιες ώρες σε γκισέ έκδοσης και επανέκδοσης εισιτηρίων, ανάμεσα σε σμήνη αναξιοπαθούντων. Το χάος της Αθήνας ενεργοποίησε ατέλειωτους, αγχωτικούς ποδαρόδρομους σε ευρωπαικό αεροδρόμιο και κουραστικές διαπραγματεύσεις με κύριο θέμα την εξασφάλιση της επιστροφής στην πολυπόθητη παρτίδα. Γκεστ σταρ(τ) που χρήζει ειδικής μνείας, ο ημίτρελος-ημίθεος 72χρονος Έλληνας μετανάστης ο οποίος παραμιλούσε φωνασκώντας, επικαλούμενος την κωματώδη ελληνικότητα, με χιούμορ που έσπαγε πάγο και κόκκαλα, τίγκα στην αλήθεια. Φυσικά, κανένας -μη γνώσκων- δεν διασκέδασε με την ιδιαιτερότητά του. Εγώ πάντως τον έκανα και πρώτο φίλο. Μετά από εικοσιτετράωρη αγρυπνία τα βλέπεις όλα διπλά και τριπλά. Και είναι συμπαθητικό αυτό, μόνο όταν μπροστά σου έχεις κάτι όμορφο ή έστω σαγηνευτικό να εγείρει τα οπτικά φράκταλς, πράγμα που στη δική μου περίπτωση δεν ίσχυσε ούτε κατά διάνοια, γιατί το θέαμα ήταν αποκλειστικά και μόνο αγχωτικό και ξένο μετά φοβίας. Η φράου Χέλγκα στον έλεγχο μού έβαλε τόσο χέρι, όσο δεν θυμάμαι κανέναν γκόμενο να μου έχει  βάλει στο πρώτο ραντεβού, αλλά ούτε καν στο δεύτερο, τώρα που το ξανασκέφτομαι.  Είχε και έντονο εσάνς σαδισμού, μάλλον ένεκα διαβατηρίου (μπορεί και να με γούσταρε αλλά να ήξερε ότι δε θα με κάνει ποτέ δική της, ποιός ξέρει). Η πτήση για την οποία έριζαν τόσοι, έγινε τελικά δική μου μετά από πολλές μάχες, σε ένα αεροπλάνο πλευμομπίλ, όπου οι αεροσυνοδοί ήταν ειδικά επιλεγμένες ανορεξικές, για να χωράνε στον 50 εκατοστών διάδρομο. Η κρίση πανικού αποφεύχθη στο τσακ, δαγκώνοντας τα πλαστικά μαχαιροπήρουνα. Η παρτίδα έγινε ξαφνικά πατρίδα με την υπέροχη συμμετοχή της βίρτουαλ φίλης που ήρθε να με παραλάβει και η οποία απεδείχθη πιο υπέροχα αληθινή από κάθε φαντασία. Να'ναι καλά η νέα Παναγιά και η κεντρομόλος δύναμή της που μας έκανε να γράψουμε -μαζί με το κοντέρ- τους πρώτους κύκλους της δικής μας ιστορίας. Όλα αυτά, μείον τη βαλίτσα που απωλέσθη, μέ όλες τις ενυπόγραφες αφιερωμένες συλλογές του Billy Collins. Ελπίζω να είναι καλά κάπου στη διαδρομή από την Άγρια Δύση. Ποιος χρειάζεται τέτοιες αναμνήσεις και εγωικά ντοκουμέντα; Είμαι στην Αθήνα. Αυτό έχει σημασία. Υπό το νέφος εκείνης της δολοφονίας για μια κάμερα που διάβασα με φρίκη από τα ξένα, αλλά που κάπως, τώρα από κοντά, με κάνει να μη μπορώ να κοιμηθώ ακόμα και μετά από τόση αυπνία.


Sunday, May 08, 2011

Tuesday, May 03, 2011


Lust (n.) A notorious interactive game played by anyone who has finished work and has some time to kill.
It does not require any intellectual skills like chess. The only prerequisites are a moderately functioning Hypothalamus and to be in average shape. In Lust, two players are optimal, but it can very well be played as a team game, as well. The rules in Lust are quite simple, and one might even say, simplistic. The player who chases is the loser and the player chased, if not caught, wins. However, if caught, the chased loses two points and the chaser gains immediately ten points. It is of great importance that the grip be tight enough to last for as much as possible. If the chased escapes before the chaser completes the phrase: “Youwillneverseemeinpyjamasandsleeperseatingwithmybarehandsfromajarofmarmaladewhilescratchingmybehind”, the chaser loses big time and s/he is punished to demonstrate what s/he just said and be utterly humiliated. If not, the chaser has to demonstrate what s/he said, regardless. When inevitably the chased becomes the chaser, s/he demonstrates too and then the game ends abruptly. The players have to resume roles and start allover again. The game of Lust is probably the most exhilarating and at the same time, the most boring and predictable of games, since both players end up as losers in pyjamas, eating with bare hands from a jar of marmalade while scratching their behinds.
Therefore, the famous professional gamer's proverb arose “why bother with Lust when you can play Solitaire”.









Futility (n.)  Futility is a club-restaurant where everybody falls asleep on the bar, the waiters are waiting for orders that never come since the clients are unconscious and the dj insists on struggling to make vinyl records play on a cd player and keeps failing miserably. The menu of futility is organic kosher, but the kitchen is always short of ingredients since the cook finds it pointless to go to the market on Saturdays, especially for meat. However, that never seems to raise a problem, since nobody ever orders while asleep.
Futility is the hippest place to be during the period of the Big Sleep (or the Big Depression under medication) because very few people are awake and conscious of what governments, banks, multi-national corporations and their spouses at home are doing to them. What is remarkable about the clients of Futility is that they go through a lot of hustle getting all dressed-up and making reservations weeks in advance for their nights out and, but come this moment, they never remember anything. However, they keep on being regulars to Futility and they would not change this place for any other place in the world.
The advertising slogan of Futility is the nonchalant “coming to Futility has absolutely no utility” and its campaign is the picture of a club next-door which, even though it functions perfectly, it never attracts any clientele.
In everyday conversation –much in line with the club’s motto- the word futility is the ' f ' word for utility. 









Hope (n.) Hope is a very expensive piece of jewelry, so provocative in appearance that it always gets stolen before the owner has managed to insure it. Its price is usually so high that the unfortunate owner who has invested the majority of his/her earnings, has to work overtime, or even get a second job to cover the living expenses and the psychotherapy bills. It is a very difficult moment for anybody who has lost his/her Hope, since something precious like that can never be re-acquired. There are very few accounts of Hope recovery, and most of them have appeared in tabloids and therefore cannot be trustworthy. However, after the loss of Hope, the victims settle with fake jewelry and go through formal functions respectably, but without the unique shine they had before.
A lot of Hope-deprived victims are regular customers of Futility (see n.).They even hold their monthly meetings there with ‘Hopeless Anonymous’, the official organization for Hope dependency.
During these meetings the Hope victims are obliged to recite Cioran aphorisms before falling asleep. A bitter, but effective therapy indeed.
The word Hope is used in everyday life in order to describe an insoluble problem which is not known to the problem bearer. F.i. ‘The poor guy has Hope... Somebody tell him, before he finds out for himself’.


Depression (n.)  Depression is the area, widely known today as the waiting-room to Hell (the recent scientific version of literary Purgatory) and considering the conditions of the latter, one should feel ecstatic remaining in Depression, but then again one never knows what awaits next door. Depression is a confined room of small size with no air-conditioning. The music in this space is atonal and the stack of magazines displays lifestyles and life-achievements much better than yours. The average temperature in the room is 6.66 C, a fact that by itself is a proof of God’s insulating existence, considering the excruciatingly high temperatures right next door. Depression has two windows that provide the last view to reality one will ever see if s/he is to proceed to the next area (Hell is a confined space with no openings), but unfortunately the shutters are always closed and therefore, the windows have no other function besides letting some oxygen in the room for life-preserving purposes. The individuals that enter Depression, come in their majority from Loneliness (see n.) very exhausted and powerless and this fact accounts for another reason why the heavy shutters are always closed (none has the strength to open them). The only furniture in Depression are couches facing a large television set which transmits live from -guess where- Depression. The wait in Depression varies from a few days to many years and if you happen to stay there long enough, besides the Loneliness survivors and the Hope deprivation victims (see n.), you might even come across famous creative persons as poets, artists and scientists, but you will never end up exchanging one word with them which is very distressing. The great secret about Depression is that everyone waits there for himself. However, half of the folk is pulled out from there by Prozac and the other half goes straight to Hell. The word Depression is used in common language as a synonym to a malfunctioning gas chamber, where everybody stands there looking at each other, not knowing what the Hell they are waiting for.


Joy (n.)  Joy is a very beautiful, tiny bridge made out of beautiful but delicate and unstable materials, which connects two barren and uninteresting plots of ground intersected by a brook called the Luckybreak. Since the Joy is of fragile making, one should cross it with a quick but stable and loose pace, in order to avoid any mishaps. It is extremely easy to be in the middle of a Joy and because of overexcitement to find oneself in a nasty fall, ending up with a broken moral or two. If one is very careful and respects the materials Joy is made of, then the crossing can be great fun, because of the articulate details Joy is decorated with. There are many Joys scattered everywhere in the journey to Noway and Fin Land and they usually catch you by surprise, since they appear out of nowhere. The individuals who know how to cross a Joy are the self-controlled and confident and have a better journey, whereas the sloppy ones need a long time to recover from the inevitable accidents. There is a group of handicapped people who are weak at the knees and would never cross a Joy from fear that their knees would betray them. For them, the journey, inevitably, lasts twice as long and it gets very tiring and boring. Additionally, these people often lose their way from all the wandering and end up exhausted, sleeping over at Futility (see n,) or ringing the doorbell of Depression (see n.) asking for a couch to recline on. On the other hand, the ones that become addicted to Joy-hopping might find themselves within the grounds of Happiness (see n.), which also has a small Joy right in front of its entrance, and boy, are they in for a loud surprise once they cross it... 




Jealousy (n.)  Jealousy is an ugly aunt from your mother’s side of the family who has bad taste, worse manners and is the worst conspiracy theorist you will ever meet. She always appears uninvited when you are having a good time with others and manages to turn everything sweet, bittersour. Jealousy comes with a mouthful of catastrophic scenarios that can make you sick to your stomach, confirming the popular saying ‘When Jealousy comes over, game over’. As she enters the scene in her brand new Pravda -her favorite designer clothes- at first there is an awkward silence and then she starts whispering with a foul breath in your ear all the horrible things that can turn your smile into a frown and make you choke on your passion-fruit. Arguments or fights cannot be avoided right after that, because the moment is ruined and your temper has become vile. Consequently, your environment comes up with weak excuses in order to walk out from your premises, leaving you soon alone with Jealousy, who, without asking your permission, spends a thousand and one nights over (since she comes from out of town and practically out of nowhere). After slipping into something more comfortable she keeps you awake night and day with her disturbing stories, making you feel frustrated and feverish. However, despite the fact that Jealousy is a paranoid sociopath who makes sure to destroy your mood, in moments of rare lucidity she will give you a theory or two that may turn out true.

Most individuals, coming from extended families, are somehow related to a Jealousy. Nevertheless, there are very few who don’t and thus, they slip away from sleepless sleepovers.
In order to avoid an agonizing visit from Jealousy, stop mingling immediately.  
        


(from 'Emoxycon' by Dawkinson)



πάμε άλλη μία (τελευταία)



Monday, May 02, 2011

My house is small and almost








a hundred years old. Inside, 
the oaken posts and beams
make the living room seem
like a glade. When friends
pronounce it comfortable, 
it’s 1910 that comforts them,
and nothing I have done. 

There must be a room 
in the human heart 
that’s older than the body. 
And it’s good to be there
in that foursquare cathedral
where nothing has changed
since before we were made.


-todd boss



diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna