Thursday, August 12, 2010

Wednesday, August 11, 2010


It happens with total predictability and no variations; repetitively, ad infinitum.
And miraculously enough,
this absolute familiarity that comes with no surprise, by offering us in just a fleeting moment everyday the ecstatically painful reflection on its loss,
it maintains forever the essence of its miracle.
(in a nutshell, we wouldn't worship the sun if it didn't set, baby)

Monday, August 09, 2010

Wednesday, August 04, 2010



Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ' αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ' ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει...
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

Η ζέστη
Στη ζέστη της Ελλάδας
τα κολλημένα στέρνα μας
ανάβλυζαν νερά
έπινα τον ιδρώτα σου
μαζί με τα φιλιά σου
το αχ σου
στη σκιά του πατζουριού.
Την ώρα που ανέβαινε
το άγριο μεσημέρι του τόπου
εφούντωνες και συ
με τα τρελά τσουλούφια σου
τα θεία τσίνορα σου,
το γέλιο σου πολύεδρο
μες στ’ αλμυρά πρίσματα του πάθους.
Στην τόση λάβρα,
στην τόση ακινησία,
με μόνο ίσκιο πάνω μας
το μαύρο πεπρωμένο,
τα σκίτσα της ύπαρξης μας
έμοιαζαν μ’ εξίσωση εντόμων.
Κακοφορμίζει ο Αύγουστος
σαν ανοιχτή πληγή
και τα τζιτζίκια αστείρευτα
θυμίζουν πάλι τον ποιητή
στου ποιήματος το τέλος.
Άπνοια...
Η μύγα σχολαστικά τα πάντα π’ ασχημίζει
εκάθισε στο πέος σου
και τρώει το χυμό σου.
Περνάει με το μεγάφωνο
αυτός με τα καρπούζια.
Το μεσημέρι πέφτει
στα πόδια μου
σαν κεφαλή κομμένη.
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Tuesday, August 03, 2010

A.K. (μνημοσύνης συνέχεια)

από καταβολής κόσμου μου - 8:45 π.μ., 3 Αυγούστου 1999

το σημείο αναφοράς μου ήταν κι η εξαίρεση.
δεν τους φτιάχνουν πια έτσι τους ανθρώπους...


Όταν ψάχνεις σε σκοτεινές, σκονισμένες γωνίες, το πιο σίγουρο είναι ότι θα πέσεις πάνω στα αληθινά Τους μνήματα.
Γιατί είναι πάντα περισσότεροι Εκείνοι από εμάς.
Και εκεί που νευρικά αντιδρά το σώμα σου μπροστά στη θύμησή Τους, είναι βέβαιο ότι θα κοπείς σε σχήμα καρδιάς.
Τότε, θα ερμηνεύσεις την πληγή σα φόρο τιμής και ενθύμιο πόνου πιο βαρυσήμαντο από λουλούδι.
Για να δικαιολογήσεις την απουσία της παρουσίας σου από την παρουσία της Απουσίας τους
-το μνημείο της Απώλειας -
και να αποδείξεις ότι δε λείπεις από τη Λύπη.


Monday, August 02, 2010

Θεία Λιλή


Καθεύδω στις μνήμες. Κάτω από το μνημείο που τους έστησα για να τις πλακώσω. Κάτω από το αραχνοϋφαντο πέπλο της λήθης που καραδοκώ μπας και φυσήξει και το πάρει το αεράκι αποκαλύπτοντας φαντάσματα και λέξεις. Καθεύδω στον 6ο όροφο μιας παλιάς ξεχασμένης πολυκατοικίας, σ'ενα δρομάκι πίσω από το Μουσείο (τι κυνική ειρωνεία;). Εκεί που το παρελθόν υπομένει το σήμερα στο αρχετυπικά γλυκόπικρο χαμόγελο της θείας Λιλής. Εκεί που όλα ξεχασμένα είναι, αλλά ακόμα Είναι... Από το εγκαταλελειμμένο γραφειάκι του θυρωρού στην είσοδο, το ασυντήρητο ασανσέρ, τις σκάλες του φωταγωγού, στη μαραμένη γλάστρα στο πλατύσκαλο του διαμερίσματος. Όλα είδη προς εξαφάνιση.
Φορά ένα σιδερωμένο λινό πουκάμισο και μια φούστα μιας άλλης εποχής, βαριά πια για το μικρό και αδύναμό της σώμα. Έκανε προσπάθεια να ντυθεί για μένα, γιατί τα ρούχα, πιο μεγάλα από αυτήν, την φοράνε και την καταπίνουν. Κινείται πολύ αργά, κοπιαστικά και δείχνει έτοιμη να σπάσει. Με αγκαλιάζει όσο πιο σφιχτά μπορεί με χεράκια- άνυδρα κλαράκια και δέρμα σα χαρτί κινέζικής υδατογραφίας. Νομίζω ότι βλέπω υγρά μάτια και αντιδρώ με τον ίδιο τρόπο, συμπαθητικά. Την προτελευταία φορά που την είχα συναντήσει μαζί με τη μαμά, θυμάμαι, ήταν εφτά χρόνια πιο νέα. Η παραίτηση όμως, η αδυναμία και η κουρασμένη καρδιά την έκαναν να μοιάζει είκοσι χρόνια μεγαλύτερη από εκείνη τη φορά. Στα γεράματα κάθε χρόνος είναι δοκιμασία και μετρά διαφορετικά. Θέλει να με κεράσει κάτι, να με περιποιηθεί, αλλά την βάζω να καθίσει με το ζόρι και πετάγομαι ως την κουζίνα να σκουπίσω και τα μάτια μου με την ευκαιρία, πουθενά όμως χαρτί. Θα της είναι άχρηστο πια, σκέφτομαι, έχει στεγνώσει... Ήξερα ότι θα συναντούσα τη μάνα μου στην κουζίνα. Έτσι είναι οι κουζίνες των γυναικών που μένουν πίσω. Καθαρές, φροντισμένες, με λιτά, παλιά ερημωμένα ψυγεία και άδεια τραπέζια. Παίρνω ένα πιάτο με τυροπιτάκια, δύο ποτήρια και μια μπύρα (για μένα τα είχε ετοιμάσει κι αυτά) και ξαναβγαίνω στο σαλόνι του 60. Μια πανοραμική ματιά μου λέει ότι κάθε όρεξη για διακόσμηση και εξωραϊσμό του χώρου κόπηκε κάπου όταν χήρεψε πρόωρα. Από εκεί και πέρα, ο χώρος και εκείνη γίνανε ένα, πορεύτηκαν και γέρασαν μαζί. Λίγα λουλούδια στολίζουν το χώρο σε δυο-τρεις καλοζωγραφισμένες νεκρές φύσεις και τα ελάχιστα έπιπλα στέκουν συνταξιοδοτημένα, χωρίς να περιμένουν να εξυπηρετήσουν κανέναν και τίποτα πια. Μια βολική πολυθρόνα θέλει τώρα πια όλη κι όλη και μια καρέκλα στη βεράντα, για να παίρνει λίγο αέρα. Ο άνθρωπος όσο μεγαλώνει χρειάζεται όλο και λιγότερα. Μαθαίνει την αφαίρεση και στο τέλος αποζητά το Τίποτα.
Μπορεί όλα να καταρρέουν, να γίνονται αγνώριστα, να μη θυμίζουν ζωή, αλλά όταν κοιτάξεις στα μάτια, όσο θολωμένα και να' ναι από τα χρόνια, βλέπεις μια μεγάλη παιδική χαρά.
Μιλήσαμε για τα παλιά, για τη μαμά που ήταν κολλητή της, για τα όμορφά τους χρόνια, τον πόλεμο, τη μεταπολίτευση, τη νιότη τους. 'Οταν ήταν σαν εμένα, όταν η αγάπη για τη ζωή τους έβαζε να κάνουν σχέδια και έβγαιναν τα βράδυα στα 'κέντρα' και πίνανε τα ουισκάκια τους και ακούγανε μουσική και μιλάγανε και γελάγανε και ταξίδευαν και ονειρεύονταν Αναδρομική στο Tότε και στη ζωή που περνά τόσο γρήγορα. Μνημόσυνο κάναμε μακρόσυρτο και βράδιασε, αλλά η θεία Λιλή δε με αφήνει να φύγω σα να γατζώνεται στη ζωή που εκπροσωπώ. Μετά από τρεις ώρες σηκώνομαι, την αγκαλιάζω να φύγω και σπαράζω στο 'κάτσε λίγο ακόμα' της. Νιώθω ότι αν την αφήσω εκεί μόνη πάλι, με τις νεκρές της φύσεις και τη μυρωδιά του χθες, αισθάνομαι ότι θα την αφήνω να πεθάνει. Σα να διαβάζει τις σκέψεις μου κι όπως πάντα Κυρία και Αξιοπρεπής, σηκώνεται με κόπο να ξεπροβοδίσει, εμένα και τις ενοχές μου. Της λέω ότι την αγαπάω και υπόσχομαι ότι θα ξαναπάω. Και θα ξαναπάω, όσο δύσκολο και να μου είναι. Γιατί ξέρω, ότι κάτι τρίωρα σαν κι αυτό είναι που γλυκαίνουν το άχρονο τίποτα της αναμονής της. Απλά, να, οι δουλειές, οι άλλοι, η βαβούρα, οι υποχρεώσεις, η ζωή, φοβάμαι μη με κάνουν και ξεχάσω. Φοβάμαι ότι θα με παρασύρουν και δε θα προλάβω και όταν πάω θα βρω μια φούστα κι ένα λινό πουκάμισο απλωμένα σε μια πολυθρόνα κάτω από ανθισμένες νεκρές φύσεις.
Βγαίνω στο δρόμο να διαχειριστώ το φόβο, καθώς και την απόγνωση στην ιδέα του ότι μια μέρα, μπορεί να γίνω θεία Λιλή. Όπως ακριβώς κάποτε, η θεία Λιλή ήταν μια γυναίκα σαν εμένα.


diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna