Wednesday, July 28, 2010

Tuesday, July 27, 2010

Thursday, July 22, 2010

Harold Pinscher & Dorothy Pugger ( the sequel)



Harold Pinscher : Arf..arghr...aahh ....
Dorothy Pugger : Slurp,slurp,slurp...

(the roles of Harold Pinscher and Dame Dorothy Pugger were played again by Alfonso da Pinscher and Naomi von Pug)

video




Tuesday, July 20, 2010

ολίγον, το κακό

Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός και η καλή μέρα από το πρωινό ντους φαίνεται. Επίσης όποιος θέλει να δώσει βραβείο σχεδιασμού τρομοκρατικού προϊόντος, είναι στο σωστό μέρος. Συγκεκριμένα, άνωθι απεικονίζεται το καταζητούμενο και σεσημασμένο σάουερ φόαμ 'ο μικρός Μασσαλιώτης' (3 να'ναι οι ώρες του), με τον οποίο ξεκίνησε η μέρα που καταχωρήθηκε στο εορτολόγιο ως επέτειος του 'ολίγου που τσακίζει κόκαλα και γαμεί τον Δία '(κάπως παθητικός o ρόλος του τελευταίου αυτή τη φορά).
Γιατί το έν λόγω ντους-μπαγκ έχει ολίγον ψιλοκρεμαστό ντιζάιν ειδικό για να μην στέκεται όρθιο πουθενά, αλλά αντιθέτως να εκτοξεύεται ως εδάφους-αέρος προς πάσα κατεύθυνση και να μοιράζει ευωδιαστά μπινελίκια αντί καλημέρες, προδικάζοντας και το υπόλοιπο ευχολόγιο της ημέρας που ξεκινά έτσι ώστε όλα να πάνε σκατά. Παρεμπιπτόντως, θέλω τον σχεδιαστή αυτής της συσκευασίας (ζωντανό κατά προτίμηση) για να τον βάλω να πίνει τον καυτό πρωινό του καφέ μέσα από αντίστοιχης λογικής κούπα.
Έτσι άδοξα στο πρωινό ντους χύθηκε και το υπόλοιπο ατυχές περιεχόμενο της συσκευασίας στους αγωγούς ομβρίων Αττικής, για να κάνουν αφρόλουτρο οι αρουραίοι, μιας και το πάχος του μπουκαλιού είναι πολύ ολίγων cm (για λόγους οικονομίας και στοκαρίσματος στα ράφια του σούπερ-μάρκετ). Με αυτό το γεγονός ξεκίνησα και πήγα να γράφω την αλληλουχία γεγονότων του κόνσεπτ των ολίγων που καθόρισε τη μοίρα της ημέρας. Όπως με την πολυδιαφημιζόμενη έκθεση της L. Bourgeois. Δεν ήξερα ότι έχω περισσότερα έργα της Λουίζ στο σαλόνι μου (εγκζαζερατιόν κοντρολέ). Αυτό το πράγμα να μαζεύεις 5 κομμάτια και να το λες αναδρομική πάντα με ξεπερνούσε. Αν, που-χου λέμε, μαζεύονταν η Ντόλυ, Ο Ζαχαρίας, Ο Δημήτρης, ο Δάκης, άντε κι ο Σάκης τέλος πάντων και έβαζαν όλους τους Χίρστ τους κάβα για έκθεση, αυτό να το πω αναδρομική. Αλλά με 5 έργα μόνο εκ παραδρομής θα την πω. 'Ετσι και η επίσκεψη στο Κυκλαδικό ολίγο καλό έκανε, γιατί μισή χαρά κοντή γιορτή (το 'κοντή' με την κακή έννοια). Η περαιτέρω συνέχεια προκύπτει στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου και τα δελτία ειδήσεων. Η απροκάλυπτη ηρωοποίηση του άδικα δολοφονηθέντος admin γνωστού παραδημοσιογραφικού βλογκ που είχε περισσότερους επικριτές εν ζωή απ'ότι ο Χίτλερ, καθώς και η παπαρολογία που την συνοδεύει μου προκαλεί πολύ μεγάλη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση. Για ακόμα μια φορά η δημοσιο-γραφική (γραφικότατη) οικογένεια αποδεικνύεται ολίγη από κάθε άποψη. Και πάμε παρακάτω, γιατί μια και μόνο μέρα είναι ικανή να σε στείλει για ολίγη αλουπεριδίνη στο Γαλήνη. Αγόρασα κουζίνα Πίτσος, για να υποστηρίξω την ελληνική οικονομία, αλλά και γιατί ορκίστηκα να αυτομαστιγωθώ αν με έπιανα ξανά να φλερτάρω με γερμανικά προϊόντα. Πλήρωσα και για την εγκατάσταση της συσκευής, γιατί θα ήταν πολύ εκκεντρικό να την χρησιμοποιώ για τραπεζοντούλαπο. Μου την παρέδωσαν κάτι καλά παιδιά που μου την άφησαν στη μέση της κουζίνας και μου ευχήθηκαν καλά μαμαλάκεια. Έλα μου ντε που κανείς δεν μου είπε όμως ότι άμα τη παράδοση της θα πρέπει να αρχίσω τα τηλέφωνα για να κλείσω ραντεβού με τον προπληρωμένο τεχνικό εγκατάστασης, ει δυνατόν για το 2010. Αφού περίμενα στο ακουστικό μου και μαγνητοφωνήθηκαν όλα τα #%$&σταυρίδια μου επί 15λέπτου, ένα cyborg της εταιρίας (που δε γεννήθηκε έτσι, αλλά η ανάγκη την έκανε) μου ανακοινώνει ευγενικά ότι είναι πολλά τα κλιματιστικά τέτοια εποχή και ότι για να κλείσεις ραντεβού με τεχνικό εγκατάστασης πρέπει να είσαι ο ίδιος ο Κωτσόβολος, ή στη χειρότερη, η γκόμενά του. Απόφαση: για φέτος, οι κεραμικές εστίες θα καλυφθούν με σεμεδάκι και ο φούρνος θα φιλοξενήσει παπουτσάκια μεν, του παιδιού δε. Στην Ελλάδα, το after-sales service έχει πολύ δρόμο ακόμα, γιατί και αυτό είναι ολίγον ανεπαρκές. Το'χα ξεχάσει. Έπρεπε όταν αγόραζα Πίτσο να απαγάγω μαζί και πτυχιούχο ηλεκτρολόγο Κίτσο. Η συνέχεια (ναι, έχει κι' άλλη) επί της οθόνης του υπολογιστού μου apple, που έσβησε αίφνης γιατί χάλασε η μπαταρία του και τη ζαλώθηκα γραμμη για Fnak, μόνο και μόνο για να βρω το Public στη θέση του. Κλείνουν βλέπεις το ένα μετά το άλλο και τα ξενομάγαζα και you are on your own. Μπαστα κοζί και η μπαταρία. Γράφω έτσι γράμμα στον Αη-Βασίλη, γιατί η Rainbow θα με γράψει ολίγον μέχρι τα Χριστούγεννα, στην καλύτερη περίπτωση. Λαστ μπατ νοτ λιστ, το ψυγείο που μόλις χθες έφτιαξα επειδή δάκρυζε (μιράκολο βαγγελίστρα μου) και γέμιζε τον κόσμο νερά, το ανοίγω και τι να δω; Ολίγον να στάζει πάλι. Δηλαδή μια από τα ίδια, μείον 40 ευρώ που μου πήρε ο ψυκτικός. Μ' αυτά και μ' αυτά, ολίγη γκαντεμιά από εδώ, ολίγη μιζέρια από εκεί, δεν τη γλυτώνεις την ολίγη υστερία και κατ' επέκταση το ολίγο ψυχοτρόπο, για να αντιμετωπίσεις τα χειρότερα και καθημερινά που επιβάλλονται από το καθεστώς της ολιγάρκειας που καταδυναστεύει τις όμορφες -κατά τ' άλλα- καλοκαιρινές μας μέρες. Γιατί βάρδα να μπει ο Σεπτέμβριος, να δούμε την Πολυάννα στα τέσσερα να πρωταγωνιστεί σε νέες περιπέτεις με ΔΝΤ, πτωχεύσεις κι' άλλα μεγάλα, σκληρά κι΄αληθινά και θα αναπολούμε τα ολίγα. Τουλάχιστον αυτά τα αντιμετωπίζουμε με stedon, όχι με βαζελίνη...

υ.γ. ολίγον στρίμωγμα έχει πέσει και στην κουζίνα, γιατί τώρα έχω δύο Πίτσος, την καινούργια και την του προηγούμενου αιώνα, αφού κανείς δεν αναλαμβάνει την αυτονόητη απόσυρσή της. Λες να κάνω κι εγώ καμιά αναδρομική;


Tuesday, July 13, 2010


the playground is the only homeland.

Sunday, July 11, 2010


conservatorium/conservatorium:
a collective of ruthless silk ties dressed as tagged conferants with variant names





Friday, July 09, 2010

A Double Negative

“At a certain point in her life, she realizes it is not so much that she wants to have a child as that she does not want to not have a child, or not to have had a child.”



the shortest
monumental,
literary
anthropological
sociological
psychoanalytical
treatise on womanood.

Thursday, July 08, 2010



The Girl Who Fixed the Umlaut
There was a tap at the door at five in the morning. She woke up. Shit. Now what? She’d fallen asleep with her Palm Tungsten T3 in her hand. It would take only a moment to smash it against the wall and shove the battery up the nose of whoever was out there annoying her. She went to the door. “I know you’re home,” he said. Kalle fucking Blomkvist. She tried to remember whether she was speaking to him or not. Probably not. She tried to remember why. No one knew why. It was undoubtedly because she’d been in a bad mood at some point. Lisbeth Salander was entitled to her bad moods on account of her miserable childhood and her tiny breasts, but it was starting to become confusing just how much irritability could be blamed on your slight figure and an abusive father you had once deliberately set on fire and then years later split open the head of with an axe. Salander opened the door a crack and spent several paragraphs trying to decide whether to let Blomkvist in. Many italic thoughts flew through her mind. Go away. Perhaps. So what. Etc. “Please,” he said. “I must see you. The umlaut on my computer isn’t working.” He was cradling an iBook in his arms. She looked at him. He looked at her. She looked at him. He looked at her. And then she did what she usually did when she had run out of italic thoughts: she shook her head. “I can’t really go on without an umlaut,” he said. “We’re in Sweden.” But where in Sweden were they? There was no way to know, especially if you’d never been to Sweden. A few chapters ago, for example, an unscrupulous agent from Swedish Intelligence had tailed Blomkvist by taking Stora Essingen and Gröndal into Södermalm, and then driving down Hornsgatan and across Bellmansgatan via Brännkyrkagatan, with a final left onto Tavastgatan. Who cared, but there it was, in black-and-white, taking up space. And now Blomkvist was standing in her doorway. Someone might still be following him—but who? There was no real way to be sure even when you found out, because people’s names were so confusingly similar—Gullberg, Sandberg, and Holmberg; Nieminen and Niedermann; and, worst of all, Jonasson, Mårtensson, Torkelsson, Fredriksson, Svensson, Johansson, Svantesson, Fransson, and Paulsson. “I need my umlaut,” Blomkvist said. “What if I want to go to Svavelsjö? Or Strängnäs? Or Södertälje? What if I want to write to Wadensjö? Or Ekström or Nyström?” It was a compelling argument. She opened the door. He handed her the computer and went to make coffee on her Jura Impressa X7. She tried to get the umlaut to work. No luck. She pinged Plague and explained the problem. Plague was fat, but he would know what to do, and he would tell her, in Courier typeface. Plague wrote. She went to the bathroom and got a Q-tip and gently cleaned the area around the Alt key. It popped into place. Then she pressed “U.” An umlaut danced before her eyes. Finally, she spoke. “It’s fixed,” she said. “Thanks,” he said. She thought about smiling, but she’d smiled three hundred pages earlier, and once was enough.

by Nora Ephron, from the New Yorker

Monday, July 05, 2010

alone (a loan, a lawn, a clone and a clown, all of which i own)










'you are my own' by Jenny Holzer





in literary terms,
it is the melting sadness of the subject
that melds it with the article
for alone-ness to emerge
-the before and after of
a loan
of an other.
if personified,
it is
a clown
who cannot c under all the make-up.
if measured,
it is the barren empty space
between two flowers that we ignore in
a lawn.
In a game of solitaire,
i am moving vowels and consonants around,
every one a pawn;
defining, refining and confining...
me
-an unfortunate clone of my lone true nature-
who by definition
is lost in the dark c of  existence
and the immensity of
a universe in a unique verse:
all one.











me screwing around with 'you are my own' by Jenny Holzer


Friday, July 02, 2010

Σε καλό μου...

by drunequoll

Θυμήθηκα τα μποτάκια για την πλατυποδία που φορούσα στο δημοτικό για χρόνια. Για το καλό μου μου τα φόρεσαν, ειδική κατασκευή από τον Μπακάκο τότε (τα είχε μονοπώλιο τα σιδεροπάπουτσα). Σου έπαιρναν τα μέτρα με αποτύπωμα. Πάταγες σε κολλώδες μαύρο μελάνι και στη συνέχεια άφηνες το ίχνος της πατούσας σου σε ειδικό χαρτί για να σου φτιάξουν το μποτάκι. Δέκα κιλά το ένα ζύγιζαν, είχαν σόλα σιδερένια, ασήκωτη, σχήμα αυστηρά λειτουργικό και χρώμα πένθιμο, καφέ σκούρο. Στην αρχή κάθε βήμα το έκανα αγκομαχώντας από το βάρος τους το πραγματικό και το βάρος το άλλο, το χειρότερο... Αλλά ήταν για το καλό μου. Έτσι μου έλεγαν πάντα όταν έκλαιγα. Το έριξα κι εγώ στο διάβασμα και στην απομόνωση γιατί ένιωθα προβληματική, σχεδόν ανάπηρη. Όλα τα άλλα παιδιά φόραγαν χρωματιστά αθλητικά, καστόρινα, χαρούμενα, παιδικά παπούτσια όταν εγώ έκρυβα τα πόδια μου βαθιά κάτω από το θρανίο, κάτω από τις καρέκλες, σε όποια εσοχή και αυτοσχέδιο λαγούμι έβρισκα πρόχειρο. Ο βηματισμός μου έγινε σταδιακά πιο ανάλαφρος από τη συνήθεια, αλλά όσο βάρος έχανε αυτός, τόσο βάρος πήγαινε κατευθείαν και φώλιαζε στο μέσα μου. Δε συνηθίζεται το τραύμα.Κουκουλώνεται. Έτσι απέκτησα κόμπλεξ σε σχέση με τα άλλα κοριτσάκια. Φορούσα που φορούσα γυαλιά πατομπούκαλα για τη στραβομάρα μου από 5 χρονών, ήρθε κι έδεσε και το ορθοπεδικό μποτάκι για την πλατυποδία και συνδυαστικά με κατέστησαν μικρό Κόπερφιλντ. Μου έμαθαν το παιχνίδι της αυτοαναίρεσης και αυτοεξαφάνισης. Για χρόνια χανόμουν κάτω από ράφια και μέσα σε βιβλία για να μεταμορφωνόμαι πότε σε φτερωτή νεράιδα με μακρυά κυματιστά μαλλιά που κυλούσαν σαν αέρινο ποτάμι στους αιθέρες (τα'χα και πάντα κοντά, αλά γκαρσόν εκτός παραμυθιού, για να 'δυναμώνουν'. Για το καλό τους..) και πότε σε wonderwoman. Έτσι άντεχα τις Σισσύφιες διαδρομές της καθημερινότητάς μου. Μια μέρα μετά από χρόνια αποσύρθηκαν τα μποτάκια και αντικαταστάθηκαν με ένα υπέροχο ζευγάρι δίχρωμων πέδιλων Kickers, γιατί η πλατυποδία, λέει, τελικά δεν αντιμετωπίζεται με τα μποτάκια αυτά, αλλά με ξιπολησιά στην άμμο και περπάτημα στα βότσαλα. Η πλατυποδία γιατρευόταν -κατά τα νέα ανακοινωθέντα με την ελευθερία... Όπερ και εγένετο. Τα πόδια ελευθερώθηκαν απέκτησαν καμάρα, το πρόβλημα λύθηκε με τον καιρό, αλλά το βάρος της ατσαλένιας σόλας έκατσε στην κάμαρα των εσώψυχων κι ενσωματώθηκε για πάντα. Δεν έφταιγε η μαμά μου. Το καλό μου ήθελε και τότε και πάντα. Απλά άκουγε κάποιους άλλους που σπούδασαν το καλό μας από κάποιους ιθύνοντες νόες που απλά ήξεραν, ήταν οι απόλυτοι ειδικοί περί του καλού της πλατυποδίας της ανθρωπότητας (μετά, απλά άλλαξαν γνώμη ρε παιδί μου). Κι από τότε, κατάλαβα ένα πράγμα: Ότι το καλό μου που θα μου το υπαγορεύουν οι άλλοι θα ορίζεται πάντα από μια γενίκευση, ένα στερεότυπο, απλά κακόβουλους κερδοσκοπικούς λόγους, προσωπική υστεροβουλία, τις καλύτερες των προθέσεων, κακή εκτίμηση, αφέλεια, ή και άγνοια. Γιατί ποτέ κανείς δεν μπορεί να ξέρει καλύτερα το καλό σου από σένα τον ίδιο. Και το κακό σου επίσης. Αυτά τα μαθαίνεις μόνο μόνος. Μακάρι ο κόσμος να ανέβαινε απότομα ένα εξελικτικό επίπεδο και να μπορούσε να κάνει αυτοκριτική και να πάθει φουλ αυτογνωσία, αντί να την εμβολιάζεται μέσω της κριτικής των άλλων. Να κοίταζε πιο είναι το καλό για εκείνον, παρά να συμβουλεύει, να καθοδηγεί, να αποδέχεται ή να απορρίπτει από αυτεπάγγελτη θέση κριτή. Περισσότερη αυτογνωσία = περισσότερη κατανόηση = περισσότερη διαφορετικότητα = περισσότερος αλληλοσεβασμός = λιγότερoς εγωκεντρισμός και λιγότερη βία. Δηλαδή, πιο πιθανό είναι να υπάρχει η wonderwoman που μπορεί να σταματάει υπερταχεία με τον δείχτη του χεριού της, ενώ με το άλλο κρατάει σακούλες ψώνια από το Μινιόν. Το'χω κάνει κι εγώ στα μικράτα μου και ξέρω ότι γίνεται...


Thursday, July 01, 2010

jenny holzer
Every destructive idea results to blood,
but it is always the blood of others.
That explains why so many of our 'intellectuals'
feel comfortable to utter any nonsense pops up from their heads.

Κάθε λανθασμένη ιδέα καταλήγει στο αίμα,
αλλά είναι πάντα το αίμα των άλλων.
Αυτό εξηγεί ότι πολλοί από τους... διανοούμενούς μας
έχουν την άνεση να λένε ό,τι ανοησία τους καπνίσει.

- Albert Camus

diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna