Friday, May 04, 2018

μνημονιακό και ιδεώδες

Οι μνήμες είναι σπιτόγατοι. 
Πιάνουν με την πρώτη μια γωνία και δεν ξακουνιούνται από εκεί. 
Αν έχεις ακόμα τα μυαλά σου, ξέρεις ότι θα τις βρεις πάντα αμετακίνητες, 
στο ίδιο πάντα σημείο δίπλα στο τζάκι, που καίει πρωί βράδυ αποξηραμένες στιγμές. 
Οι ιδέες πάλι, είναι άλλου παππά ευαγγέλιο. Αεικίνητες.
Καθισιό δεν έχουν. Μια ζωή μετακόμιση. 
Αρκεί να πηδάνε σαν κατσίκια από κεφάλι σε κεφάλι
κι είναι ευχαριστημένες. Δεν είναι για σπίτι.
Από τη στιγμή που γεννιέται μια ιδεά, θέλει να φύγει, να πάει αλλού. 
Ο εφιάλτης της είναι να μη βρίσκει την πόρτα, για να βγει έξω.

Thursday, May 03, 2018

Αλτ!σχάιμερ

Στον ύπνο μου ένιωσα πάλι την αγωνία σου. Έχουν περάσει σχεδόν 20 χρόνια και είπες να περάσεις, για να ξαναθυμηθώ. Να ξανανιώσω εκείνη την κοινή τρέλα, την "folie a deux" της βασανιστικής αρρώστιας σου. Αυτό που εσένα σε έκανε να νιώθεις παντού τον κατατρεγμό -ακόμα και στο αγαπημένη σου γαλλική chocolaterie- κι εμένα να νιώθω τον βρόγχο της διαχείρισής του εκτός ελέγχου σου. Χορέψαμε το τανγκό της απόγνωσης σαν πραγματικοί πρωταθλητές, ο καθένας στο είδος του.  Θυμάμαι την τρομακτική ισορροπία ανάμεσα στο να μη μας πάρουν είδηση και το να μη μου γλυστρίσεις από τα χέρια και μου ξεφύγεις προς άγνωστη κατεύθυνση. Ο κόσμος άλλαξε τώρα και δε θα ξανάβρισκες εκείνον τον ταξιτζή που σε έφερε σώο και αβλαβή στο σπίτι, 3 η ώρα το πρωί. Να ξέρεις.
Παντού, σε όλα τα όμορφα σε πήγα χθες, σα να ήθελα να κάνω εγωιστικό απόλογισμό αγάπης και φροντίδας. Λες και ήθελα να ξεχάσω ότι όλα τα μέρη είχαν τις ίδιες ακριβώς διαστάσεις, για σένα. Της αγωνίας, σε μήκος, πλάτος και άβυσσο.
Καλά έκανες και ήρθες, χθες, για να μου θυμίσεις πόσο υποφέραμε μαζί εκείνα τα χρόνια. Εγώ εκ του ασφαλούς κι εσύ εκ της εκθλίψεως. Μου λείπει η ευφυϊα και το χιούμορ σου. Και εκείνες οι τελευταίες στιγμές διαύγειας, που με παρακαλούσες να μην παρατείνω την αγωνία σου. Αυτές τις τελευταίες θέλω ειδικά να μου τις θυμίζεις, για να δικαιολογώ την επιλογή μου να σε αφήσω να φύγεις.
Θα πιω, αν δε σε πειράζει. Πολύ.

φθίνων μηνίσκος

Εκείνη η φωτεινή υπόνοια Σελήνης.
Ο φθίνων Μινήσκος κάτω από τον δίσκο της ίριδας,
Η μικρή καμπύλη ανάμεσα στο μάτι και το κάτω βλέφαρο,
Πως γίνεται στις γυναίκες να εκπέμπει ερωτική υποταγή
Ενώ στους άνδρες να εισπράττεται ως δείγμα ευφυϊας;
Πως νοείται μια τόσο ανεπαίσθητη ανατομική λεπτομέρεια,
Μια τόση δα λεπτή γραμμή, να προκαλεί ένα τέτοιο σχίσμα;

Thursday, April 26, 2018

Tuesday, April 24, 2018

Saturday, April 07, 2018

Επιτάφιος

Παρκάρουμε το αυτοκίνητο και πάμε στην Περιφορά με τα πόδια
Ντυμένα όλα μας τα άκρα με τα καλά τους, σήμερα, μέρα που'ναι.
Δεν είναι του δρόμου η περπατησιά για τον Επιτάφιο, ο Γολγοθάς ήθελε Nike.
Απόψε έχει λουστρίνι μαύρο και επίσημον, του πένθους το σκαρπίνι.
Μεγάλη Παρασκευή, γαρ, της ισόπεδης και ισόποσης θλίψης.
Λαμπάδες παίρνουμε από την αδιάβαστη τσιγγάνα της γωνίας
Μαζί με τα χρωματιστά χωνάκια, τα πλαστικά από την Κίνα,
Για να προλάβουμε τον πόνο, καθώς δακρύζει το κερί στο χέρι.
Χαιρετισμοί, πανταχόθεν.
Πολλοί είναι οι γνωστοί μας συμπαθόντες,
Σύντροφοι κυριολεκτικά, του δήμου και της κοινοπραξίας.
Αλλά η Κατάνυξη της Ημέρας, έχει εκτάκτως
Άλλους όρους συναναστροφής. Επιβάλλεται η συμπάθεια και ησυγκίνηση.
Δεν είναι σήμερα σούπερ μάρκετ "γειά σου, πως από 'δω;"
Ανάβει ο ένας από του άλλου τη λαμπάδα,
Με την απαραίτητη ανταλλαγή ασπασμών, που καθαγειάζουν την κοινωνία.
Από μακριά ακούγεται να πλησιάζει η γνώριμη ψαλμωδία,
"Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;"
Δάκρυζε η μαμά στης μάνας τον πόνο, κλαίω κι εγώ με τη σκέψη της
Απουσίας της, στο άκουσμά του.
Όλο συνειρμοί, σήμερα. Καμία λογική.  Μόνο υπαρξιακά πυροτεχνήματα.
Η κατάνυξη κερδίζει απόψε το σερί της αλογιστίας, στη γειτονιά .
Σε λίγο, περνάει με τιμές άρχοντα και το λουλουδιασμένο φέρετρο της ελπίδας
Από μπροστά σου, κάνεις το σταυρό και σκέφτεσαι πάλι το θάνατο.
Και καθώς όλοι οι άλλοι,  με αυτό το δάκρυ της απόγνωσης στο μυαλό
Παίρνεις τα λουστρίνια σου, σαν παιδί πράγμα, μεσήλικας, και πας
Στο καλό, την οικία του σπιτιού σου.
"Τι θα φάμε απόψε", ρωτάει, με το δίκιο του, το μικρό; "Αύριο η μαγειρίτσα,
Σήμερα έχει μέλι και ακρίδες"
Λες, ως μέγαιρα και θεματοφύλακάς της παράδοσης.
Άλλη μια μέρα χωρίς τσιτσί, να λέμε πως στερούμαστε κι εμείς το κατιτίς μας,
Μπας και κερδίσουμε και κάτι σαν πιστοί, αν μη τι άλλο, ποτέ δεν ξέρεις.
Πένθος σημαίνει στέρηση, ρε συ.
Η ουζερί θα είναι ανοιχτή την Τρίτη.
Θαλασσινά είναι ό,τι πρέπει, μετά από το κρέας της Κυριακής.




Saturday, March 31, 2018

Agnus Dei

Tα κρεμασμένα σφάγεια στάζουν από τα κλαδιά του ικριώδεντρου
Ποτίζοντας το χώμα που ταϊζει τους καθ' έξιν δολοφόνους του γένους τους.
"Χοές", αρχαΐστί.
Με κομψές λέξεις γίνεται πάντα το ξέπλυμα της βίας.
Στήθηκε πάλι το σκηνικό για την πατροπαράδοτη αγορά ελπίδας και αγάπης.
Την ίδια στυγνή, στο διπλανό χωράφι,
Τα ζωντανά έχουν συνωστιστεί ασφυκτικά, σώμα με σώμα.
Πλάτη με πλάτη φτιάχνουν κύκλο προστασίας από την ειμαρμένη.
(άλλη ωραία λέξη για μια άθλια κατάληξη. Σου τα' λεγα).
Mυρίστηκαν το τέλος και ουρλιάζουν ανατριχιαστικά.
Τρομάζουν δίπλα και τα συγκεντρωμένα όρνια.
Τινάζονται ακούσια τα πόδια μεσ' την απελπισία.
(Να απεύχεσαι ότι, κατά συνέπεια, θα νιώθουν και την ελπίδα)
Οι μάνες καβαλάνε και τσαλαπατάνε τα ανίδεα μικρά,
Για να κρύψουν από τους χριστιανούς δήμιους, τη λεία τους.

Wednesday, February 28, 2018

Φτύνε τον κόρφο σου.
Διψάει το φίδι.

Wednesday, November 29, 2017

-.-




Toν Κυρ-Θανάση, τον έχω υπό έλεγχο.
Όποτε τον τσακώνω να σκάει μύτη από την γωνία,
- Τον κόβω από τρεις οίκους μακριά, όταν ζυγώνει -
Κάνω επιτόπου 184 μοίρες
(συμπεριλαμβανομένων των τριών και της κακιάς)
Και τρέχω στα ερωτικά επείγοντα.
Σκαμπίλια, βρωμόλογα, μώλωπες παντού, αγριάδες ανείπωτες,
ξανά και ξανά, μέχρι να πονέσει, και μετά
'Απνοιες.
Πολλές.
Άπνοιες.
Προπόνηση για την αναπόφευτη απαγωγή μου κάνω,
Κυρ-Θανασάκη -επίτρεψέ μου να σε μειώνω σε ανθυπό-.
Επειδή χλωμό το βλέπω να με πιάσεις στον ύπνο, ωραία κοιμωμένη.
Πρέπει να είμαι στις αρένες καλά προπονημένη.

Το φορείο, άλλο τρένο. Αυτό με το φως στην άκρη
Του τούνελ, αλλά με την κακή έννοια,
Εκείνη του δυστυχήματος, όχι της λύτρωσης.
Εκεί πάνω, μωρό, γυμνό και διασωληνωμένο, 
Σαβανωμένο με τη ρόμπα που δένει από πίσω,
Να σε κοιτάνε όλοι με μάτια ιατροδικαστή
Και να μη σε αναγνωρίζει καμία μάνα, να σε πάρει σπίτι.
Εκεί, πέφτεις στο παρακάλι και στην ελεημοσύνη.
Και μετά από τόση ανημποριά, γύμνια και συρρίκνωση
Αφού σου ρουφήξουν κάθε στάλα αξιοπρέπειας οι αγενείς
- το 'συν' είναι άλλων εδώ, εσύ μόνο στερητικά -
Στο δρόμο για τον κοιτώνα με τη διακριτική κουρτίνα,
Άντε να μπορέσεις να σταθείς στο ύψος σου σε ΧΧΧ,
Για ακόμα έναν αγώνα, έτσι, χωρίς παράστημα.
Εδώ σε θέλω.



Friday, November 24, 2017

Acari and soul-carriers

The creatures of a writer's home:
The invisible and the unheard.
The first you'd rather not see,
Because they are creepy and scary,
Even though under the microscopic lens
They can look as adorable as alien pets.
To know that they creep everywhere by the millions,
Is enought to make you deny they exist; live, let live and dismiss.
The others, the unheard, you have to be blind not to see.
To hear them though, you need a stethoscope for the soul,
And find out what it's like to live in a home that resonates
Like the souk of Marrakesh, in a busy morning, and never feel alone again.
Some of them would greet you, as soon as you get out of bed.
Others would be uninterested in your petty daily dues,
Turning their classic backs provocatively, with the snobbish air
Of an old divo whose glory has passed and therefore, dispises the present.
The Stranger, for instance, would rather not reaquaint you and remain
Faithful to his title, especially if you walk around in pyjamas.
You wouldn't dare converse with him first thing in the morning, either.
The ones that come in twelves,
It is hard too to approach and befriend;
They stand remote, defensive, introvert and avoid current events.
You haven't helped them socialize, extrovert and feel useful, you see,
Since you were a kid. So, in time, they grew protective of their grid.
Kept up, up, away and out of reach, in their rain jackets.
Isolation has transformed them into rigid retirees, those once soldiers.
They carry numbers instead of names and distant memories of action.
They speak the old dialect and are oblivious of the new world,
Better to leave them alone, sticking to themselves.
There is no spontaneous approach to their old ways.
You probably frequent to get what you want from their worst enemy,
The frivollousa and easy to get Wikipedia.
That is reason enough to keep away. They will hate you, anyway.
Novels,
Oh well, they are narcissistic belles.
The minute the smell coffee brewing, they start promoting their stories,
Trying desperately to catch your attention, like exhibitionist street-vendors.
Competing with each other, as their life depends on whose jacket
Will open first, to reveal its hidden goods.
The shelves they inhabit is of major importance, no doubt.
It is a class society in which they live. With good and bad hoods.
Windows are more favorable than dark hallways.
The Lady in Camelias would ally with Lady Macbeth for a place
Next to the armchair. She would force the War of the Worlds
To end its long occupation of the most precious location
In the living room, if she could only use her frail hands.
Novels will turn yellow, waiting for a decent place. Most of them
Never manage to live next to your heart and end up migrating
In dark, humid boxes. Even Alice will get lost again, eventually.
Poetry?
Welcome to the fools, the priestesses, and the prophets of their race.
All quiet when they are restrained tightly in their jackets, face down preferably.
You may feel secure when Wasteland is closed and Endpoint is somewhere far.
On the dark shelf across the wardrobe possibly, along with A Further Range.
Poetry is usually lying peacfully down, instead of standing up, in line.
As if resting, or sleeping. As if ready to open up the lip of Pandora's box,
If provoked by a stumbling, drunken weakness.
They are the unsettling clairvoyants of the printed ones, even though
Their appereance is often subdued and tediously simple.
But alas, how magical are their entrails!
A single verse can blast you like a grenade,
The same one that soothed you like warm milk, two days ago.
Be aware of every word. It might talk of a past while telling you your future.
Poetry doesn't care where it lives. It doesn't need to be near you. You do.
History and biographies;
Τhese are the most predictable and honest of the lot.
What you see is what you got. What once was and now is not.
They are the illustrious, working class of books.
They are time's worth, accessible and give a lot in return.
They are companions like dogs and not unpredictable
Like cats and Poetry.
Biographies are as comfortable as welcoming mats.
They keep away dirt, keep your conscience clean and at ease
And do not poke the heart.
They are a third party's conundrum.

The unheard are heard until the lights go off.
They turn mute when your presence is no more and doors close.
They will always hope going to bed with you, one day, if they get lucky.
They know you keep a harem on your bedside table. The few, chosen ones.
Who in their turn, they end up too outcasted in the outskirts of the precinct.
Between the chosen ones there is a newest fling and an obsession that lasts.
The first will be consumed like a lover and equally dumped like one.
Its days in the harem are always numbered.
The obsession is a steadily favorite Poetry book that whispers the prayer
That puts you to sleep. It will not be leaving your bedside for a while.
Until something happens, and you start praying to another god.
This one will never recite again. It becomes the living dead among the lot.

The dream of the unheard ones is to be caressed by your eyes.
Their only solace, is the company of acari, with their tiny, senseless sounds.


Sunday, November 12, 2017

post mortem

Be an asshole all your life
Be abusive to your wife
Be a bully to the neighbor
Never do a friend a favor.
Cause the less you are to give
The less for you the rest will grieve.
After you're six feet under,
done for good; a burried blunder.

When you're dead and gone
None will ever feel alone.
If they've put up with you a lot
Dry-eyed they'll see you to your plot
Longing for the party after -in your memory-
Featuring the drinks and the savory.
Then, the usual mood, back in the hood,
For their daily quest for food.

Be as bad as you can get!
It's the kind ones that we fret.
For the more humane you are
While alive, you raise the bar,
But once absent, things reverse
And your kindness turns to curse.
For the ones you left behind
They're as good as sick and blind.

The fate of those ones you could heal
By your departure it is sealed.


Tuesday, October 24, 2017

diagnosis

My photo
i have nothing to declare, but a can of tuna